Όσο πιο σπουδαίος ο καλλιτέχνης τόσο πιο δραστήριο

 και εφευρετικό υποσυνείδητο έχει.  Τόσο πιο απρόβλεπτα

 τα έργα του.  Το ότι δεν έχει συνείδηση, γνώση, του πώς τα

δημιουργεί και τα φέρνει στον κόσμο του αισθητού,

 δεν τον κάνει λιγότερο σπουδαίο. Απλώς αγνοεί.

(Από το έργο)

 

          Το μονόπρακτο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη «Τον άυλο εσένα» είναι ένα από τα οχτώ θεατρικά έργα που παραγγέλθηκαν από το Θέατρο Τέχνης σε έλληνες συγγραφείς με θέματα από τις σύγχρονες καταστάσεις, τα νέα φαινόμενα και τις  διαμορφούμενες σχέσεις εντός της ελληνικής κοινωνίας  για να παιχτούν  στο Υπόγειο. Όλα είναι μονόωρης διάρκειας και παρουσιάζονται σε κοινή παράσταση ανά δύο.

χατζηγιαννίδης

Ο συγγραφέας Βασίλης Χατζηγιαννίδης

          Μέχρι σήμερα έχουν ανέβει τα πρώτα τέσσερα. Η κόλαση της εργασίας στον κόσμο της κρίσης και η ίδια η τέχνη αποτελούν τους προνομιακούς τόπους αναφοράς των συγγραφέων.  Η προσπάθεια είναι σημαντική και η πρωτοβουλία του Θ.Τ. αξιέπαινη και ανάλογη της παράδοσής του στην προώθηση της νεοελληνικής δραματουργίας: να αρθρωθεί ένας νέος σύγχρονος θεατρικός λόγος που να βάλει το κέντρο της θεατρικής δημιουργίας το σήμερα και τα προβλήματά του. Φαίνεται πάντως πως οι συγγραφείς ακόμα ψάχνουν τον βηματισμό τους, να ξεφύγουν από το αποσπασματικό και αόριστο, το ιδεολογικά αλλά και μορφολογικά νεφελώδες,  να περάσουν από την πρωτογενή σύλληψη,  στην κατεργασμένη θεατρική ύλη, το ρωμαλέο δραματικό λόγο που θα ανατάμει και θα αποκαλύψει,  να ισορροπήσουν τέλος ανάμεσα στο συμβολικό και το ρεαλισμό. Οι επιρροές επίσης είναι φανερές. Προέρχονται κυρίως από το ευρωπαϊκό θέατρο  -του ελληνικού  συμπεριλαμβανομένου σε  λεπτές πάντως πινελιές-αλλά και το αμερικάνικο κάνει αισθητή την παρουσία του: Μπέκετ και Καμπανέλλης, Μπάρτλετ και Γκαλθεράν, Μπάρκερ και Ιονέσκο…«Τον άυλο εσένα» είναι το πιο ζυγιασμένο και  εύρυθμο από όσα παρουσιάστηκαν  μέχρι τώρα. Το κείμενο  είναι μια σπουδή της τέχνης με αρκετό χιούμορ και καλή διαγραφή των χαρακτήρων των δύο ηρώων: του καλλιτέχνη και του τεχνοκριτικού. Υπάρχει πράγματι το έργο τέχνης ως αυθύπαρκτη οντότητα; Ή μήπως αυτό είναι απλώς  η ανάγνωσή  μας; Πόσο λαμβάνουμε υπόψη την πρόθεση του καλλιτέχνη –υποτιθέσθω ότι υπάρχει μια κατά το μάλλον ή  ήττον ξεκάθαρη πρόθεση, όσο κι αν αυτή –κατά τον Χατζηγιαννίδη έτσι συμβαίνει-  κρύβει τις ασύνειδες διαδικασίες που οδήγησαν στην συγκεκριμένη δημιουργία.  Και η επιθυμία του καλλιτέχνη; Η διάθεση του για προβολή και αναγνώριση;  Η έννοια της βράβευσης  με όλες τις συμβάσεις, τις υπερβολές και τις  θολές εξυπηρετήσεις συμφερόντων –το πάρε-δώσε που πολλές φορές  ρυθμίζει το παράλογο χρηματιστήριο της τέχνης;

          Η εικόνα του καλλιτέχνη που σκιαγραφεί δεν είναι το θείο και λαμπερό πλάσμα ή ο σκοτεινός δαίμονας των καταραμένων καλλιτεχνών…  Ο Σολ (καθόλου τυχαίο που  το όνομά του πλησιάζει ηχητικά λέξεις σύγχρονων ευρωπαϊκών γλωσσών για την «ψυχή»)  έφτασε σε μια υψηλή δημιουργία, χωρίς να μπορεί καλά-καλά να εξηγήσει τον τρόπο και τη διαδρομή. Μα  μήπως είναι κάτι παράξενο κάτι τέτοιο; Ο καλλιτέχνης δημιουργεί , δεν ερμηνεύει.

νικας

Θάνος Αλεξίου και Νίκος Νίκας (από την παράσταση)

         Ο Σολ ενδιαφέρεται για την βράβευση, πάση θυσία για την βράβευση. Αντίθετα, αυτός που είναι παθιασμένος με την τέχνη είναι ο ειδικός τεχνοκριτικός, ο Μπορκ –ενδιαφέρουσα αναπαράσταση των ειδικών της τέχνης, με την αλαζονεία, την περιφρόνηση των  άλλων ως αδαών, την έπαρση…  Αυτός, μέσα στο έργο που ονομάζεται «Κύβος των ψευδαισθήσεων», νομίζει ή  πείθεται  γι’ αυτό που ήδη είναι  η πεποίθησή του: πως η τέχνη  είναι μια κάθοδος στον εαυτό μας, η συνάντηση με την ψυχή μας, τρομαχτική και γοητευτική, οριακή, καμιά φορά και οριστική.

          Ανάμεσά τους αναπτύσσεται μια βίαιη σχέση : όσο περνάει η ώρα μπλέκονται και οι  δυο σε ένα δίχτυ που τους  βυθίζει σε άγνωστα, επικίνδυνα νερά και το από το οποίο δεν μπορούν να  ξεφύγουν γιατί  αυτό συντελεί την σχέση. Η  αφοπλιστική και εκνευριστική ευθύτητα του αιτήματος του  καλλιτέχνη να βραβευθεί το έργο του  συναντά την ηθική στερεότητα και την κεκρυμμένη αλλά σαφή δολιότητα του τεχνοκριτικού που έχει συντάξει ένα πολύπλοκο κανονισμό βράβευσης ώστε να έχει πάντα τον τελευταίο λόγο μέσα στην επιτροπή βράβευσης. Κι όμως το διακύβευμα είναι τόσο μικρό και για τους δυο. Η  ουσία είναι αλλού. Και για τους δυο.

          Ο Γιώργος Παλούμπης είδε πολυεδρικά το έργο. Ανέδειξε το χιούμορ, τις  αντιφάσεις, τις εξάρσεις και τις σιωπές, ιδίως τις σιωπές. Διέγραψε  ευχύμως τους χαρακτήρες και τη σχέση. Την διάθεση του συγγραφέα να σαρκάσει τη σοβαροφάνεια αλλά και να αναδείξει με πλήρη επίγνωση   την πολλαπλότητα και  τη δυσκολία  προσέγγισης  και ερμηνείας ενός έργου: «Σολ. Κάποιοι άνθρωποι μπορεί να μη νιώσουν τίποτα.  Μπορκ. Πώς γίνεται; Σολ. Δε βλέπουν όλοι το ίδιο».

        Ενδιαφέροντες οι φωτισμοί του  Κωστή Καπελώνη, ο Λεωνίδας Μαριδάκης, που αναδεικνύεται  τα τελευταία χρόνια σε μια από τις ευφυέστερες  μουσικές γραφές στο θέατρο, έντυσε την παράσταση με την ενδεδειγμένη αλλά καθόλου αναμενόμενη μουσική, στέλνοντας σήματα ερμηνείας μέσα από τις νότες.

        Ο Θάνος Αλεξίου απέδωσε εύστοχα την επιμονή αν όχι την εμμονή του Σολ αλλά και την ανάγκη του να εκμαιεύσει μια ερμηνεία για  το έργο  του, όταν εκείνος δεν μπορεί να  διατυπώσει ένα πραγματικό ερμηνευτικό σχήμα ούτε ένα σκοπό. Ο Νίκος  Νίκας, σε μια πολύ ώριμη και παραγωγική στιγμή της καριέρας του, ύστερα από τον ευαίσθητο Γκαμπριέλε της «Ξεχωριστής Μέρας», απέδωσε τον  εστέτ Μπορκ με πλήρη έλεγχο των εκφραστικών του  μέσων, έπαιξε με τους χρόνους –επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις- και με τις αποστάσεις, οικοδομώντας με ελεγχόμενο αυθορμητισμό ένα ολοκληρωμένο χαρακτήρα και μια δύσκολη σχέση.

 ΕΠΟΧΗ, 12.1.2014

Advertisements