Από την Ομάδα «Σημείο Μηδέν»(θ. Άττις, Νέος Χώρος)

 IMG_0150_net

          Η αποσπασματικότητα του «Βόϋτσεκ» (1836) δεν του προσδίδει απλώς μια γοητευτική αινιγματικότητα, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ερμηνείας του. Μπορεί να έχει παγιωθεί η σειρά των  17 από τις 25 περίπου σκηνές του αλλά η θέση που ο κάθε σκηνοθέτης θα βάλει τις  σκόρπιες σκηνές, ορίζει κατά κάποιο τρόπο την ερμηνευτική γραμμή. Όπως και να ‘χει, ο 24χρονος Μπύχνερ, άρρωστος, ταλαιπωρημένος   από διώξεις για την πολιτική του δράση,  γράφει ένα έργο που θα αποτελέσει εμβληματικό ορόσημο για τις απαρχές του σύγχρονου  θεάτρου.  Κεντρικό πρόσωπο ο Φραντς Βόϋτσεκ, κουρέας στο στρατό, φτωχός, ένας κοινωνικός παρίας, που υφίσταται τον εξευτελισμό και την εκμετάλλευση από τις  μικρές και τις μεγάλες εξουσίες της ζωής του. Βυθισμένος στο φόβο και την ταπείνωση,  παιδί και φορέας ηθικής τάξης που τους κανόνες της καθορίζει η Εκκλησία διαρκώς ενοχοποιημένος  και ενοχικός, συνθλίβεται μέσα στα στενά όρια μιας ζωής που δεν την αντέχει και  γλιστράει στην παράνοια. Η καθημερινή βία που υφίσταται –η βία της στρατιωτικής ιεραρχίας, της θρησκευτικής καταπίεσης,  της ταπείνωσης επειδή είναι αυτό που είναι και δεν μπορεί να γίνει κάτι άλλο- τον οδηγούν στην τρέλα και το φόνο. Ο  Μπύχνερ ξέρει πολύ καλά και δείχνει ακόμα καλύτερα πως η βία γεννά βία: άλλοτε είναι η απελπισμένη ατομική βία που γεννά νέα αθώα θύματα κι άλλοτε είναι βία  πολιτική που οραματίζεται την ανατροπή.

«Το μουρμουράει ο τοίχος, δεν ακούς;»

         Η τρέλα  δεν είναι πρωτόγνωρο θέμα στην  τέχνη, ακόμα πιο πολύ στην τέχνη του λόγου. Από τον σοφόκλειο «Αίαντα» ως τους  σοφούς τρελούς  του Σαίξπηρ και από εκεί ως την ιδιαίτερη θέση που κατέχει η μελέτη και η παρουσίαση των τρελών στα διαφωτιστικά κείμενα, αποτελεί προνομιακό λογοτεχνικό τόπο. Ο Μπύχνερ είναι σοβαρός μελετητής του Διαφωτισμού («Ο θάνατος του Δαντών» όχι μόνο δείχνει το ενδιαφέρον του για τις βασικές ιδεολογικές συγκρούσεις της Γαλλικής Επανάστασης αλλά καθώς συνθέτει και διαπλέκει πρακτικά των επίσημων συνεδριάσεων δείχνει και την στοχευμένη δουλειά του στις πηγές). Κείμενα όπως «Ο ανεψιός του Ραμώ» του υλιστή Ντιντερό (θεμελιακό κείμενο για το ζήτημα) του ήταν προφανώς οικεία. Όμως ο «Βόυτσεκ»  δεν χρησιμοποιεί την τρέλα ούτε ως μεταφορά ούτε ως προσωπείο.  κατεβαίνει στα άδυτα της ψυχής και ξεγυμνώνει τον πυρήνα της ψύχωσης ως  διάρρηξη των σχέσεων του εγώ με τον κόσμο, με ό,τι ορίζεται ως πραγματικότητα –αυτή η συνθλιπτική πραγματικότητα του κόσμου της εκμετάλλλευσης. Συναντά από ένα άλλο δρόμο  και για εντελώς άλλους λόγους τον Μπαλζάκ του  «Λουί Λαμπέρ» (1832).

IMG_1515_net

       Στο μισοτελειωμένο τούτο έργο περνά μαεστρικά και οδυνηρά  ο κόσμος του 19ου αιώνα και οι «Μοιραίοι» του. Και εδώ επίσης η αποσπασματικότητα επιρωννύει την ενάργεια  της  εικόνας: ο ασυνειδητοποίητος κοινωνικά και πολιτικά άνθρωπος, χωρίς επίγνωση των παιχνιδιών που παίζονται εις βάρος του  (ο Βοϋτσεκ έχει κάτι από τους σοφούς τρελούς: σκέφτεται πολύ, αλλά δεν τολμά  να φτάσει σε συμπεράσματα και να μετατρέψει τη σκέψη σε πράξη ρήξης με όσα τον συνθλίβουν)η θέση της γυναίκας  που αναγκάζεται να χρησιμοποιεί την σεξουαλικότητά της σαν όπλο επιβίωσης αλλά που, ταυτόχρονα, χαίρεται τον ερωτισμό της παρά τις ενοχές που της φορτώνει η θρησκεία.  η εξουσία της θρησκείας και ο σφιχτός εναγκαλισμός με τον λόγο των Γραφών που άλλοτε λειτουργεί ως μαγικός μπούσουλας και άλλοτε  ως  αφομοιωμένη αναφορά.

«Έφαγες τα μπιζέλια σου, Βόϋτσεκ;»

      Κι αν όλ’ αυτά δεν είναι πρωτόγνωρα, εκεί που ο Μπύχνερ πραγματικά εντυπωσιάζει είναι με την αναφορά στην επιστήμη και ειδικά στην ιατρική. Πάνω από ένα αιώνα πριν από την κριτική της εξουσίας της επιστήμης, της ιατρικοποίησης και της ιατροδιαγνωσιοκεντρικότητας, με μια πρώιμη κριτική στάση απέναντι σε μια θετικιστική αντίληψη της επιστήμης  και των πειραμάτων, ο γιατρός του «Βόϋτσεκ», που πρεσβεύει το «η γνώση για τη γνώση» και «η επιστήμη για την επιστήμη» -μια επιστήμη χωρίς κοινωνικό εφαλτήριο και σκοπό, χωρίς ηθική- αυτός ο γιατρός γίνεται μια επικίνδυνη φιγούρα.

***

IMG_0899_net

        Η ομάδα «Σημείο Μηδέν»  με τον «Βόϋτσεκ» συνεχίζει και μάλλον ολοκληρώνει την έρευνά της στην έννοια του εγκλεισμού. Ο Σάββας Στρούμπος σκηνοθέτησε το έργο ως παραλήρημα  ενός σαλεμένου μυαλού. «Ο κόσμος του στρατοπέδου που ζει ο Βόϋτσεκ» εξηγεί στο σημείωμα του σκηνοθέτη «έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός κολαστηρίου, ενός άγονου τοπίου βίας, όχι πολύ διαφορετικού από τι σύγχρονες κοινωνίες: φτώχια σε σημείο εξαθλίωσης – εκμετάλλευση ανθρώπου  από άνθρωπο –  τα ανθρωποπειράματα-ο εγκλεισμός μέχρι θανάτου. Τέτοια είναι τα υλικά που διαμορφώνουν  τη θρυμματισμένη ταυτότητα του «υποκειμένου Βόϋτσεκ».

          Με την παράσταση προσπάθησε να δώσει απάντηση σε δυο ερωτήματα: «πώς γεννιέται η βία;» και το ιδιαιτέρως επίκαιρο «γιατί οι άνθρωποι δεν εξεγείρονται όταν βιώνουν τέτοια κατάφωρη καταπίεση;». Στην προσπάθειά του μέσα από το έργο του Μπύχνερ να ανιχνεύσει απαντήσεις, στάθηκε στα βασικά σημεία στα οποία αναφερθήκαμε παραπάνω: στην εξουσία της ιεραρχίας, στην εξουσία της επιστήμης και στην εξουσία της ηθικής /θρησκείας. Τόνισε ιδιαίτερα το ρόλο του γιατρού χωρίς να πέσει καθόλου στην παγίδα της καρικατούρας, αντιθέτως  προσέδωσε μια νότα δαιμονικότητας στην ασφάλεια της σιγουριάς του πως, φορέας  αυτός μιας απρόσβλητης, όπως νομίζει,   αλήθειας, έχει δικαιώματα πάνω στον κατατρεγμένο Βόϋτσεκ.( Η Δέσποινα Χατζηπαυλίδου ανταποκρίθηκε στέρεα στο ρόλο)

«Επειδή η μέρα είναι μεγάλη και ο κόσμος παλιός…»

        Ανέδειξε στη Μαρία τη μυστηριακή θηλυκότητα που υποτάσσεται όμως  στις κοινωνικές νόρμες, ξεδιπλώνεται ζητώντας τον έρωτα αλλά κυρίως τη διαφυγή. Παγιδεύει τον  Βόϋτσεκ, ούσα η ίδια μέσα στην παγίδα.  Ο Στρούμπος  και η ομάδα Σημείο Μηδέν, που δουλεύουν με τις  τεχνικές του σωματικού θεάτρου,  δεν παρουσιάζουν  χαρακτήρες, ούτε καν σύμβολα  αλλά  εκδοχές και διαδρομές. Η Ελεάννα Γεωργούλη, παρά τη νεότητα της, έχει υποκριτική ωριμότητα και ανεπτυγμένα εκφραστικά εργαλεία και εξαιρετική κίνηση, που, μαζί με  μια γερή διανοητική αρματωσιά, της επιτρέπουν να κυριαρχεί το ρόλο και να τον πλουτίζει. Η Μαρία της έγραφε άνω στο σώμα της τις περιπέτειες του φύλου. Ήταν γοητευτική, ερωτική, προκλητική και βασανισμένη.  ενοχική, φοβισμένη και αναμένουσα.  προδότρα και προδομένη: ομορφιά που προσπαθεί να νικήσει τα ταξικά όρια και να προσφέρει τη λύση, να απεγκλωβίσει τη Μαρία από τον κόσμο τη φτώχιας και της υποταγής.  Αυτή η διέξοδος δεν βρίσκεται στην αγκαλιά κάποιου άρχοντα αλλά ενός στρατιωτικού λίγο πάνω από τον Βόϋτσεκ  στην στρατιωτική ιεραρχία. Το σκαλί είναι μικρό, ο ορίζοντας που θα της ανοίξει λειψός, αλλά γι’ αυτήν είναι κάτι που οι διαστάσεις του μεγαλώνουν στο μυαλό της.

IMG_1167_net

        Ο Μιλτιάδης Φιορέντζης ως Βόϋτσεκ απέδωσε την κάθοδο στην κόλαση με τόνους σκοτεινούς και σταδιακές επιταχύνσεις που παρέσυραν τον θεατή στο δικό του ερεβώδες ταξίδι. Ο φόνος ήταν εκεί πριν τον διαπράξει, όλη του η ερμηνεία οδηγούσε στη στιγμή της διάρρηξης και της ρήξης που είναι ο φόνος. Ο Δαβίδ Μαλτέζε  απέδωσε τον Λοχαγό με προσεγμένο ρεαλισμό ώστε να αναδείξει τις ροές εξουσίας και κατασκεύασε ένα μουσικό όργανο-υβρίδιο, ντύνοντας ο ίδιος μουσικά την παράσταση με ήχους  που θύμιζαν το παράπονο της ανθρώπινης φωνής και την  ανεπίδοτη οργή. Η γλώσσα της μετάφρασης, που φιλοτέχνησε η Ιωάννα Μεϊτάνη, θεατρική και ρέουσα.

ΕΠΟΧΗ, 1.12.2013

Advertisements