Με την συνέντευξη αυτή ανοίγουμε στην ΕΠΟΧΗ μια συζήτηση για τα πολύ σοβαρά ζητήματα της αναπηρίας και της ειδικής αγωγής. Ο Λάζαρος Τεντόμας, διδάκτορας του Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Παντείου Πανεπιστημίου με μεταπτυχιακά στον τομέα των Σπουδών της Αναπηρίας (Disability Studies) στο Πανεπιστήμιο του Leeds της Μεγάλης Βρετανίας, που από το 2004 διδάσκει στην ειδική εκπαίδευση, μιλά για την πολιτική διάσταση της αναπηρίας και την ανάγκη να ξαναδούμε το θέμα της ειδικής αγωγής από μια ολότελα διαφορετική σκοπιά, βάση της οποίας πρέπει να είναι «τι μπορεί να κάνει το παιδί και όχι τι δεν μπορεί να κάνει».

Ποιος είναι ο αριθμός των εν ενεργεία τυφλών εκπαιδευτικών, κύριε Τεντόμα;
Λάζαρος Τεντόμας: Εκπαιδευτικοί με προβλήματα όρασης σε βαθμό που να έχουν λειτουργικούς περιορισμούς είναι ελάχιστοι. Οι τυφλοί εκπαιδευτικοί δεν εμπίπτουν στις ειδικές κατηγορίες και δεν μπορούνε να πάρουν μετάθεση χωρίς το μέτρο της μοριοδότησης, κάτι το οποίο ισχύει και για τις περισσότερες μορφές αναπηρίας. Προσωπικά για αυτό το θέμα εξάντλησα όλα τα ένδικα μέσα στην Ελλάδα και την Ευρώπη χωρίς αποτέλεσμα. Πέρυσι, δημοσιεύθηκε μια εγκύκλιος σύμφωνα με την οποία όλοι οι εκπαιδευτικοί με αναπηρία 67% και πάνω μπορούν να κάνουν αίτηση μετάθεσης μόνο για σχολεία ειδικής αγωγής, χωρίς την προϋπόθεση, που ίσχυε έως τότε βάση της οποίας έπρεπε να έχουν υπηρετήσει την οργανική τους θέση για έναν τουλάχιστον χρόνο στην επαρχία. Αυτό δεν αφορούσε, όμως, τις μεταθέσεις εκπαιδευτικών στα γενικά σχολεία. Όπως καταλαβαίνετε για άλλη μια φορά οι ανάπηροι εκπαιδευτικοί οδηγούμαστε κυρίως στα ειδικά σχολεία προκειμένου να εργαζόμαστε στις περιοχές όπου είναι και η μόνιμη κατοικία μας. Με αυτό το μέτρο, το Υπουργείο Παιδείας υπονοεί ότι η ειδική εκπαίδευση είναι ο προνομιακός χώρος εργασίας των αναπήρων εκπαιδευτικών. Πρόκειται για μια στερεοτυπική αντίληψη ρατσιστικού χαρακτήρα η οποία επιβάλλει και αναπαράγει διαχωρισμούς του τύπου «ο τυφλός με τους τυφλούς…».
Στα σχολεία που υπηρετήσατε νιώσατε να υφίστασθε κάποιου είδους, ας την ονομάσω κι εγώ, ρατσιστική μεταχείριση, αφού χρησιμοποιήσατε κι εσείς τον όρο.
Λ.Ζ. Σε πολύ γενικές γραμμές όχι, ωστόσο, κάθε φορά που τοποθετούμαι σε νέα σχολική μονάδα, νιώθω ότι χρειάζεται μεγαλύτερος χρόνος, από ότι συνήθως, για να γίνω αποδεκτός. Επίσης, ορισμένες φορές απαιτείται να αποδείξω, ευτυχώς όχι σε όλους τους συναδέλφους μου, ότι εκτός από την αναπηρία έχω και την εκπαιδευτική ιδιότητα. Είναι σαφές πλέον στην σχετική με το θέμα διεθνή βιβλιογραφία ότι δεν πρέπει να κατηγοριοποιούνται οι ανάπηροι άνθρωποι με βάση το είδος της βλάβης τους και στη συνέχεια να αναμένεται πώς θα συμπεριφερθούν. Δεν είναι η βλάβη το ζήτημα,. άλλα είναι τα ζητήματα που δημιουργούν εμπόδια στην εργασία και σε αυτά πρέπει να εστιάσουμε.

Χρειάζεστε ειδικές συνθήκες διδασκαλίας;
Λ.Ζ.Κατά την περίοδο των μεταπτυχιακών μου σπουδών η αναγκαιότητα της χρήσης ειδικών βοηθημάτων είναι βέβαιο ότι με διευκόλυναν, όπως άλλωστε και σε όλη την επαγγελματική μου πορεία. Όμως αυτό δεν είναι αρκετό. Κυρίως πρέπει να σταθούμε στην αποδόμηση των συμβατικών τρόπων ερμηνείας της έκφρασης των συναισθημάτων, όπου κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι ηγεμονικές αισθήσεις της όρασης και της ακοής. Η πολιτική των συναισθημάτων είναι ένας ενδιαφέρον επιστημονικός τομέας. Συνεπώς, τα βοηθήματα δεν είναι αυτά καθαυτά που διευκολύνουν, αλλά το νοηματικό περιεχόμενο που αποδίδουμε κάθε φορά στις συνθήκες έκφρασης/απόκρυψης συναισθημάτων, όπως διαμορφώνονται στη σχέση εκπαιδευτικού και εκπαιδευόμενου.
Τι εννοείτε;
Λ.Ζ.Δούλεψα αυτά τα ζητήματα στη διατριβή μου. Η απώλεια της όρασης δεν σε αφήνει να ανταποκριθείς εκφραστικά με τους συνηθισμένους τρόπους, άρα οι συνομιλητές σου δεν μπορούν να κατηγοριοποιήσουν τα συναισθήματά σου με τους συμβατικούς όρους επικοινωνίας και έτσι δημιουργούνται παρερμηνείες. Η μελέτη αυτού του πεδίου μπορεί να αποβεί εξαιρετικά χρήσιμη σε όλο το φάσμα τη εκπαίδευσης, ειδικής και μη. Κατά’ ανάλογο τρόπο στην περίπτωση ενός ανάπηρου μαθητή, που πολλές φορές λόγω κοινωνικών εμποδίων συμβαίνει να έχει έλλειψη ερεθισμάτων, φαντάζει να παρουσιάζει νοητική υστέρηση, επειδή δεν ανταποκρίνεται στους συμβατικούς κανόνες επικοινωνίας. Συνεπώς πρέπει να επαναπροσεγγίσουμε την εκπαιδευτική διαδικασία σε σχέση με τα εμπόδια που την προδιαγράφουν κάθε φορά. Ειδικότερα, η σχολική ζωή δεν είναι μόνο η ζωή μέσα στο σχολείο, αλλά συμπληρώνεται και από παράπλευρες δραστηριότητες, όπως οι επισκέψεις σε κέντρα ψυχαγωγίας και άθλησης. Αν ένας μαθητής δεν μπορεί να ακολουθήσει τους συμμαθητές του σε αυτές, απομονώνεται. Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο αν σκεφτούμε και τις αναπαραστάσεις σε άλλες πτυχές ζωής, όπως η σεξουαλικότητα. Έχει ειπωθεί ότι τα ανάπηρα άτομα στο επίπεδο των αντικατοπτρισμών και αναπαραστάσεων εμφανίζονται ως άφυλα, ασεξουαλικά και τοποθετούνται στη σφαίρα μιας εσαεί παιδικότητας.
Τι μπορεί να προσφέρει η ειδική αγωγή και ποια είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει;
Λ.Ζ.Η αναπηρία είναι πολιτικό ζήτημα. Η ειδική διδακτική συνήθως την αντιμετωπίζει ως τεχνικό ζήτημα. Ξέρετε, χρειάζονται εκπαιδευτικοί με ευρεία οπτική και στάση, όχι απλώς με καλή κατάρτιση στην ειδικότητά τους. Η διαρκής κατάρτιση δημιουργεί εξειδικευμένους επαγγελματίες, που μέσα από την ειδικότητά τους μπορούν να ασκήσουν μεγάλη εξουσία πάνω στους ανάπηρους μαθητές ή τους ανάπηρους γενικότερα. Χρειάζονται άνθρωποι με πολιτική και κοινωνική συνείδηση ώστε κάθε φορά να αντιλαμβάνονται τους κινδύνους που κρύβει η βιοεξουσία.

Οι συνάδελφοί σας παραπονούνται για την υλικοτεχνική υποδομή των σχολείων ειδικής αγωγής.
Λ.Ζ.Πολλά έχουν διαπιστωθεί για τις ελλείψεις αυτές στο χώρο της ελληνικής εκπαίδευσης, αλλά σας διαβεβαιώ ότι είναι μύθος ότι οι σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής υπερτερούν στην υλικοτεχνική υποδομή σε σχέση με τα γενικά σχολεία. Για παράδειγμα το ειδικό σχολείο όπου υπηρετώ είναι χρισμένο δίπλα σε νεκροταφείο… Ας δεχτούμε ότι αυτό συνέβη τυχαία, όμως έχει κι αυτό τη συμβολική του αξία. Είναι διώροφο κτίριο και συστεγάζονται τρία σχολεία: ένα σχολείο για παιδιά με αυτισμό και ένα άλλο για παιδιά με κινητικές δυσκολίες που βρίσκονται στο ισόγειο. Το ειδικό εργαστήριο επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης στο οποίο διδάσκω στεγάζεται στους επάνω δύο ορόφους. Όλο το κτήριο αυτό έχει δαιδαλώδεις διαδρόμους και τα παιδιά χρειάζονται πάντα κάποιον να τα οδηγεί στην τάξη τους. Οι εκπαιδευτικοί αγωνιούν, με αποτέλεσμα να αναλωνόμαστε σε μια παιδονομική διαδικασία εις βάρος της παιδαγωγικής. Τόση συγκέντρωση μαθητών με τόσες περιπτώσεις προβλημάτων είναι απαράδεκτη. Πρέπει να επισημάνω ότι στο σχολείο αυτό δεν έχουν όλα τα παιδιά νοητική υστέρηση. Κάποια βρίσκονται εκεί για κοινωνικούς λόγους: όπως παιδιά οικογενειών που δυσκολεύονται στην ανατροφή των παιδιών τους ή δε είχαν τη διαχειριστική ικανότητα να επιβάλλουν τα παιδιά τους στα γενικά σχολεία.
Όμως αλλού βρίσκεται κατά τη γνώμη μου το πραγματικό πρόβλημα: Τα ειδικά σχολεία λειτουργούν ως άλλοθι κοινωνικής πολιτικής. Ο πολλαπλασιασμός τους ζητείται στο όνομα της προστασίας της αναπηρίας αλλά θα οδηγήσει στη μεγαλύτερη γκετοποίησή της. Η λύση είναι η συμπεριληπτική εκπαίδευση, για την οποία είχε αρχίσει να γίνεται λόγος στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 2000, αλλά δεν προχώρησε. Ίσως από φόβο για κοινωνικές αντιδράσεις, ίσως επειδή οι εργαζόμενοι στο χώρο της αναπηρίας φοβήθηκαν ότι θα χαθούν θέσεις εργασίας και έτσι υπερίσχυσαν οι συντεχνιακές λογικές. Πρέπει να ξαναδούμε πολλά πράγματα από την αρχή. Μας λείπει ο θεωρητικός λόγος: είμαστε από τις λίγες ώρες της Ευρώπης που δεν έχουμε τομέα σπουδών της αναπηρίας (disability studies). Η ειδική διδακτική που υπάρχει παρουσιάζει την αναπηρία ως ένα τεχνικό ζήτημα και εφαρμόζει κατηγοριοποιήσεις και τεχνικές διδασκαλίας. Οι σπουδές αναπηρίας έχουν ασκήσει κριτική σε όλα αυτά και έχουν συνδέσει την αναπηρία με ευρύτερα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα.
Οι σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής επικεντρώνονται στις διαγνώσεις και ασχολούνται με το τι δεν μπορεί να καταφέρει ο μαθητής και όχι τι μπορεί να πετύχει. Υπάρχει ιατρικοδιαγνωστικοκεντρικό σύστημα. Το οποίο προκαταλαμβάνει την πορεία του μαθητή και πολλές φορές πολλοί συνάδελφοι, κατά τη γνώμη μου εσφαλμένως, πρώτα συμβουλεύονται τη διάγνωση και μετά βλέπουν το μαθητή. Δεν μπαίνουν στη διαδικασία να φανταστούν το μαθητή πέρα από τη βλάβη του.

ΑΝΑΠΗΡΟΙ ΧΟΡΕΥΤΕΣ 1.jpg

Μιλήσατε προηγουμένως για συμπερίληψη. Θα θέλατε να διευκρινίσετε την πρότασή σας;
Λ.Ζ.Τα ειδικά σχολεία δεν είναι σχολεία γειτονιάς, βρίσκονται σε συγκεκριμένα σημεία και συγκεντρώνουν παιδιά από όλη την περιοχή. Αυτό δημιουργεί προβλήματα και στη μετακίνηση –τα τελευταία χρόνια το ζήτημα έχει συζητηθεί πολύ- αλλά κυρίως τα ανάπηρα παιδιά απομονώνονται από την κοινότητα, δεν πηγαίνουν στα σχολεία που πάνε τα αδέρφια τους, δεν βγαίνουν, δεν έχουν φίλους στη γειτονιά. Η συμπερίληψη πρέπει να εφαρμοστεί σταδιακά λαμβάνοντας υπόψη και τις συνθήκες που επικρατούν στα γενικά σχολεία. Ένα πρώτο βήμα θα ήταν η δημιουργία ειδικών τάξεων στα γενικά σχολεία. Υπάρχουν βέβαια έρευνες που έχουν δείξει ότι όπου εφαρμόστηκε αυτό, υπήρξαν διαχωρισμοί. Δηλαδή πρόκειται για ειδικά σχολεία μέσα στα γενικά σχολεία. Όμως για λόγους ιστορικής ολοκλήρωσης πρέπει να προχωρήσουμε σε αυτό το βήμα, έτσι ώστε να σπάσει σιγά σιγά η γκετοποίηση των ανάπηρων μαθητών. Πολλοί κινδυνολογούν υποστηρίζοντας ότι αυτά δεν μπορεί να συμβούν στην Ελλάδα της κρίσης, όμως πρέπει να τονιστεί ότι εδώ και χρόνια ο εθνικός και υπερεθνικός λόγος προωθεί τη δημιουργία κέντρων συγκέντρωσης. Δεν λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικές ζυμώσεις που εκ των πραγμάτων συντελούνται την περίοδο της κρίσης. Τουλάχιστον ας μπούμε στη διαδικασία να διαχειριστούμε δημιουργικά την επιτακτικότατα της κρίσης και όχι κάθε φορά να αναζητούμε συνταγές που τόσο πολύ ταλαιπώρησαν την ανθρωπότητα στο όνομα της ασφάλειας των πολιτών. Αν τα δούμε αυτά καθαρά, θα κατανοήσουμε ότι με τα κέντρα συγκέντρωσης ουσιαστικά ενισχύεται η εξουσία της διαχείρισης της επισφάλειας. Μια έρευνα σε σχολεία της Καλλιθέας και του Αμαρουσίου έδειξε ότι οι εκπαιδευτικοί είναι θετικοί στη συμπερίληψη μαθητών με κινητικά προβλήματα, καθώς και με προβλήματα ακοής ή όρασης, ενώ δεν δέχονται εύκολα τη συμπερίληψη μαθητών με ψυχολογικές διαταραχές και νοητική υστέρηση. Κάποιοι επιμένουν να αναπαράγουν την κατηγοριοποίηση των ανάπηρων ατόμων με βάση το είδος και το βαθμό της βλάβης. Η αντίληψη αυτή βασίζεται σε μια ατομοκεντρική εξήγηση της αναπηρίας, ενώ το ζήτημα είναι ευρύτερο. Στις περισσότερες των περιπτώσεων τα εμπόδια που συναντούν οι ανάπηροι μαθητές δεν έχουν σχέση με τους λειτουργικούς περιορισμούς της βλάβης τους, αλλά με τα δομικά χαρακτηριστικά και την κουλτούρα των σχολικών μονάδων. Για το λόγο αυτό χρειάζεται να στρέψουμε την προσοχή μας όχι στο πώς θα αντιμετωπίσουμε τον ανάπηρο μαθητή, αλλά στο πώς θα κατανοήσουμε τα εμπόδια που η σχολική κοινότητα βάζει. Τότε θα ξεκαθαριστεί ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ανάπηροι μαθητές είναι προβλήματα που αντιμετωπίζει όλος ο μαθητικός πληθυσμός. Για παράδειγμα οι μαθησιακές δυσκολίες δεν είναι πάντα επακόλουθο της βλάβης, αλλά αποτέλεσμα των άκαμπτων αναλυτικών προγραμμάτων, των απροσπέλαστων σχολείων και των αντιλήψεων που ευνοούν τις κατηγοριοποιήσεις δίκην ένταξης.
Τα σχολεία ειδικής αγωγής επηρεάζονται πολύ από τη στάση και τη νοοτροπία της ελληνικής κοινωνίας προς την αναπηρία και την αναπαράγουν με τον ίδιο τρόπο. Το ελληνικό κράτος νόμισε ότι με την επιδοματική πολιτική θα σκεπάσει το πρόβλημα. Το κράτος ουσιαστικά πετάει το μπαλάκι στην οικογένεια. Σε επίπεδο αναπαραστάσεων παρουσιαζόμαστε ως μια οικογενειοκεντρική κοινωνία. Αυτό όμως χωράει πολύ μεγάλη συζήτηση. Από την προσωπική μου επαγγελματική εμπειρία ερχόμενος σε επαφή με ένα μεγάλο φάσμα των οικογενειακών σχηματισμών, διαπίστωσα τη ρευστότητα τους. Συνεπώς η επίκληση της προστασίας της οικογένειας είναι μια επίφαση κρατικής ευαισθησίας, η οποία στην πραγματικότητα δεν αναγνωρίζει τη ρευστότητα των οικογενειακών σχηματισμών και επιμένει να τις προβληματικοποιεί, ετικετοποιεί και στιγματίζει «προσφέροντας τη λύση» των κέντρων συγκέντρωσης, δηλαδή των ειδικών σχολείων, και παράλληλα κατασκευάζει και την ενοχή των οικογενειακών σχηματισμών που σε καμία περίπτωση οι μέχρι τώρα κρατικές πολιτικές δεν αναγνώρισαν τις ανάγκες τους. Η βαθμιαία καταργηση των ειδικών σχολείων θα είναι και η αναγνώριση ενός προνιακού πλουραλισμού όπου θα τοποθετεί τη φροντίδα στη σφαίρα της πολιτικής πράξης και έτσι η συμπερίληψη των ανάπηρων μαθητών θα σημάνει και τη συμπερίληψη των συλλογικών ευθυνών απέναντι σε κάθε μορφή διαφορετικότητας. Όχι σε μια κατασκευή της διαφορετικότητας , αλλά προς μια απελευθερωτική και χειραφετησιακή πολιτική που δεν θα διαχωρίζει τη διδασκαλία από τη φροντίδα.

ΕΠΟΧΗ,  1.12.2013

Advertisements