Η ποιήτρια και εικαστικός Ηρώ Νικοπούλου μιλά στην «Εποχή» για μια συνάντηση ποιητών και κρατουμένων

Σε μια ιδιωτική μας συζήτηση, η ζωγράφος, ποιήτρια και πεζογράφος Ηρώ Νικοπούλου, με έκανε κοινωνό μιας σπουδαίας εμπειρίας της, για την οποία μίλησε με ενθουσιασμό: μαζι με άλλους ποιητές επισκέφθηκε καταστήματα φυλακών και διάβασε στους εγκλείστους ποίηση. Δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείται με τις φυλακές. Στο παρελθόν παρέδιδε μαθήματα εικαστικών στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού. Εκπαιδευτικός η ίδια, μίλησε με ιδιαίτερη συγκίνηση για την εμπειρία της στις Φύλακες Ανηλίκων του Αυλώνα. Της ζητήσαμε να καταθέσει αυτή την εμπειρία για την «Εποχή». Αφήνουμε την ίδια να μιλήσει χωρίς τα αυτονόητα σχόλια για την ανάγκη εξανθρωπισμού του σωφρονιστικού συστήματος και την πλήρη αλλαγή της φιλοσοφίας που το διέπει.

Σε ποιο πλαίσιο έγινε η εκδήλωση στο Κατάστημα Ανηλίκων στον Αυλώνα;
Η εκδήλωση έγινε στο πλαίσιο του 1ου Διεθνούς Φεστι­βάλ Ποίησης Αθηνών, που διοργανώθηκε από τον Κύκλο Ποιη­τών και τον Δήμο Αθηναίων, και διήρκεσε από τις 23 έως τις 29 Σεπτεμβρίου, έχοντας τρεις με τέσσερις εκδη­λώ­σεις την ημέρα σε διαφορετικά σημεία της πόλης. Πιστεύω πως ήταν κάτι που έλειπε από την Αθήνα και όλοι χαρήκαμε που τελικά είχε επιτυχία, πόσο μάλλον τώρα μέσα στις δυσκολίες της κρίσης· ήδη σχεδιά­ζεται η συνέχειά του. Φιλοξε­νήθηκαν 69 ποιητές από 22 χώρες που διάβασαν σε διάφορα σημεία της Αθήνας, ξεκι­νώντας από το Μέγαρο Μουσικής, όπου έγινε η τελετή έναρξης και υποδοχής, σε Δήμους, σε Μουσεία, μέχρι και στις φυλακές του Αυλώνα και στις Γυναικείες του Κορυδαλλού. Και είναι πολύ σημαντικό, νομίζω, που το καταφέραμε αυτό! Εννοώ που μπήκαμε και διαβάσαμε ποίηση στις φυλακές.

Ηρώ Νικοπούλου

Πώς αντέδρασαν οι ανήλικοι ως ακροατές ποίησης;
Την Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου που επισκεφθήκαμε τις φυλα­κές Ανηλίκων στον Αυλώνα, δυστυχώς έτυχε να έχουν απεργία οι καθηγητές του σχολείου –το οποίο μάθαμε πως κάνει πολύ καλή δουλειά, μάλιστα εφέτος είχε και κάποιες επιτυχίες στις εισα­γωγικές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο– και τα παιδιά ήταν κλεισμένα στα κε­λιά τους, έτσι δεν μπορέσαμε να έρθουμε σε επαφή μαζί τους. Μετά από συνεννόηση με την διευθύντρια, τελικά η συνά­ντη­σή μας έγινε με τα παιδιά του Συνεργείου, όπως τα απο­καλούν· μας εξήγησαν ότι πρόκειται για νέους που δεν παρακολουθούν πλέον το σχολείο, αλλά παραμένουν στο Κατάστημα λόγω καλής διαγωγής μέχρι να εκδικαστεί η υπό­θεσή τους. Μάλιστα ήταν η πρώτη φορά που έγινε εκδή­λωση ειδικά γι’ αυτά τα παιδιά, γεγονός που μας χαρο­ποίησε όλους ιδιαίτερα.
Καθίσαμε σ’ ένα κιόσκι του κήπου κι αρχίσαμε να διαβά­ζουμε και να συζητούμε για ποίηση. Ήμασταν έξι ποιητές, μέλη του Κύκλου Ποιητών: ο Άγγελος Καλογερόπουλος, η Τα­σούλα Καραγεωργίου, ο Γιάν­νης Πατίλης, ο Βασίλης Ρούβαλης, ο Γιώργος Ρούβαλης κι εγώ. Η ανταπόκριση ορισμένων παιδιών ήταν συγκινητική. Φυσικά όπως θα συνέβαινε οπουδήποτε αλλού υπήρξαν και σ’ αυτή την περίπτωση διαφοροποιήσεις, για παράδειγμα τα παιδιά που επέλεξαν να καθίσουν στην πρώτη σειρά συμμετείχαν πολύ περισσότερο, ενώ στις πίσω θέσεις υπήρχαν παιδιά που αισθανόσουν ότι ενδια­φε­ρό­ντουσαν πολύ λιγότερο ή καθόλου, σ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης δεν κινητοποιή­θη­καν, φάνηκε πως δεν καταφέραμε τελικά να τα κερδίσουμε. Πάντως όσοι συμμετείχαν τελικά στη συζήτηση δεν παρέμεναν παθητικοί δέκτες των λεγομένων μας, αντιθέτως εξέ­φραζαν με πεποίθηση τις αντιρρήσεις τους, για παράδειγμα όταν κάποια στιγμή εγώ είπα ότι «υπηρετώ» την τέχνη, ένας νεαρός με διέκοψε λέγοντας χαρακτηριστικά: «Τώρα Ηρώ, με συγχωρείς αλλά θα σε στεναχωρήσω, διαφωνώ εντελώς μ’ αυτό που είπες, εγώ πιστεύω ότι την τέχνη δεν την υπηρετούμε εμείς αντιθέτως εκείνη μας υπηρετεί, πρέπει να μας υπηρετεί». Ένας άλλος νεαρός, ο οποίος μάλιστα ήταν φοιτητής θεολο­γίας, αντέκρουε διαρκώς έννοιες γύρω από τον Θεό και το ιερό, που προέκυψαν από τα ποιήματα του Πέρση ποιητή Σαΐντ –που γράφει στα γερμανικά– και που διάβασε εκεί ο Γιάννης Πατίλης. Προς το τέλος της εκδήλωσης, ο επιμελητής της ομάδας μάς αποκάλυψε ότι το συγκεκριμένο παιδί γράφει ποιήματα και πήρε την πρωτοβουλία να μας διαβάσει ένα, το οποίο μετά από συνεννοήσεις ίσως δημο­σιευτεί σ’ ένα δια­δυκτιακό περιοδικό. Η προσ­ληπτι­κότητα και η κριτική τους ικανότητα πάντως μας εντυπω­σία­σαν. Έκα­ναν πολλές ερω­τήσεις με αφορμή τα ποιήματα κι έγινε μια ωραία συζήτηση, ούτε καταλάβαμε πως πέρασαν οι δύο ώρες που είχαμε στη διάθεσή μας· στο τέλος μας είπαν πως το χάρη­καν και πως αποκόμισαν αρκετά ερεθίσματα από τη συνά­ντησή μας. Μάλιστα, συμφωνήσαμε πως θα ξαναπάμε, εκτός πλαισί­ου Φεστιβάλ, πλέον. Επίσης έδειξαν μεγάλο ενδια­φέρον για τα βιβλία και τις ποιητικές συλ­λο­γές που δωρίσα­με στη βιβλιο­θήκη του σχολείου.

Απ’ ό,τι είδα στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ επισκεφθήκατε και τις φυλακές Κορυδαλλού. Είχε διαφορές από την εμπειρία σας στο κατάστημα του Αυλώνα;
Οι Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού είναι χώρος ιδιαίτερα φορτισμένος συναισθηματικά για μένα, λόγω του ότι πριν από αρκετά χρόνια δίδαξα εκεί εθελοντικά ζωγραφική για μια τριετία. Αυτός ήταν και ο λόγος που με έκανε να προτείνω στην Οργανωτική Επιτροπή του Φεστιβάλ να συμπε­ρι­λη­φθεί η φυ­λακή στο σχεδιασμό του προγράμματος των εκδηλώσεων. Πιστεύω πως έχει ιδιαίτερη σημασία να μπαίνει η τέχνη σε τέ­τοιους χώρους, εκεί οι άνθρωποι είναι ραγισμένοι, ευάλωτοι, αν τους πείσεις και σε εμπιστευτούν γίνονται πιο διαθέσιμοι. Αυτή τη φορά ήμασταν πέντε ποιητές από τον Κύκλο, η Λίλη Μιχαη­λίδου, ο Γιάννης Πατίλης, ο Γιώργος Ρούβαλης, και ο Ντίνος Σιώτης.
Όσο για διαφορές, ναι, υπήρχαν εμφανείς. Τα νεαρά παι­διά του Αυλώνα ήταν πιο ανοιχτά, λιγότερο φοβισμένα. Υπήρ­χε λάμψη ακόμα στα μάτια τους. Αντιθέτως οι γυναίκες ήταν πολύ πιο επιφυλακτικές, κουρασμένες και απογοη­τευ­μένες, αν και ακόμη υπόδικες. Πλέον στον Κορυ­δαλλό βρί­σκονται μόνον οι υπόδικες υποθέσεις. Αλλά ακόμα και η δυνα­μική του κτιρίου του καταστήματος του Κορυδαλλού είναι δια­φο­ρετική, πρόκει­ται για ένα σκοτεινό καταθλιπτικό χώρο, δεν συγκρί­νε­ται με το Κατάστημα του Αυλώνα που περιβάλλεται από καταπράσινα βουνά. Όλα αυτά συντέλεσαν στη δημι­ουργία μιας ατμό­σφαιρας δύσκολης και κλειστοφοβικής, που όπως ήταν φυσικό επηρέασε και τα δικά μας συναισθήματα, έστω προσωρινά τουλά­χιστον.
Στα μάτια ορισμένων γυναικών είδαμε τη λάμψη της ανα­μονής, είχαν ενημερωθεί για την επίσκεψή μας, την περίμε­ναν, άλλες παρέμεναν σκεπτικές και κλεισμένες στον εαυτό τους. Όταν από κάποια στιγμή κι έπειτα, πάντως, κερδί­σαμε την εμπιστο­σύνη τους, το πρώτο συναίσθημα που εξέ­φρασαν ομό­φωνα ήταν το αίσθημα της αδικίας. Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ο τρόπος που διατυπώθηκε· «εντάξει», είπε μια σοβα­ρή μεσήλικη γυναίκα με ευαίσθητο εκφραστικό πρόσωπο, «έσφαλα, να πληρώσω! Όμως δεν υπάρχει ίδια αντι­μετώπιση για όλους όσοι σφάλλουν και το ξέρουμε πολύ καλά αυτό. Έπειτα εδώ μέσα και τα απλά γίνονται δύσκολα». Από κει κι έπειτα τα πράγματα κύλησαν, καλύψαμε το χαμένο έδαφος, δάκρυσαν τα μάτια, άνοιξαν χαραμάδες στις καρδιές τους, φώτισαν χαμό­γελα. Στο τέλος, μας ζήτησαν από μόνες τους να ξαναπάμε. Ορισμένες ξεφυλλίζαν διψασμένα τα βιβλία που δωρίσαμε και εκεί για τη δανειστική βιβλιοθήκη του κατα­στή­ματος. Μια μικρόσωμη Ρωσίδα σφίγγοντας στην αγκαλιά της τον τόμο με τα ποιήματα και τους ποιητές του Φεστιβάλ μας ζήτησε να της γράψουμε αφιέρωση στις αντίστοιχες σελίδες και ανακοίνωσε με μάτια που έλαμπαν: «Τώρα θα πάω και θα το διαβάσω όλο!»
Αυτού του είδους οι προσεγγίσεις σε τόσο ιδιαίτερους χώ­ρους χρειάζονται πολλή δουλειά. Αυτοί οι άνθρωποι μας χρειά­ζονται, διψούν και δεν πείθονται εύκολα.

Ποια είναι η αξία τέτοιων εκδηλώσεων για τους φυλακι­σμένους, για το σωφρονιστικό σύστημα, αλλά και για τον ίδιο τον καλλιτέ­χνη;
Είναι πολύ σημαντικό να γίνονται παρόμοιες εκδηλώσεις σ’ αυτούς τους χώρους, γιατί η απελευθερωτική δυνατότητα που αισθάνεται το άτομο μέσα από την επαφή του με την τέχνη είναι ανεκτίμητο και ανακουφιστικό δώρο. Η μαγεία της μπορεί να απο­συμπιέσει τις εντάσεις και τα εγκλωβισμένα συναισθή­ματα, κάτι που οι κρατούμενοι έχουν απόλυτη ανά­γκη, αλλά και να τους προσφέρει ίσως μια άλλη οπτική γωνία για τη συνέχεια της ζωής, για την επανένταξή τους στην κοινωνία· που είναι κατά τη γνώμη μου το πιο δύσκολο και το πιο ουσιαστικό ζητού­μενο. Με αυτή την έννοια όλοι βγαίνουν κερδισμένοι, και οι κρατούμενοι και το σωφρονιστικό σύστημα, που απο­δε­χόμενο τέτοιες εκδη­λώ­σεις αποκτά ένα πιο ανθρώ­πι­νο και άρα πιο αποτελεσματικό πρόσωπο.
Τώρα όσο για το τί αποκομίζει ο καλλιτέχνης, εξαρτάται από το πόσο θέλει να ρισκά­ρει. Αυτός που ρισκάρει να σπάσει ταμπού και να δει άλλες πλευρές του εαυτού του μέσα από το καθρέφτισμά του σ’ αυτούς τους «άλλους» που κατά μία έννοια είμαστε εμείς οι ίδιοι, αυτός ναι κερδίζει σίγουρα. Πλαταίνει και βαθαίνει, ωριμάζει. Όλη αυτή η εμπειρία και η συνανα­στρο­φή, δεν είναι μονόπλευρη. Δεν γίνεται να είναι, διαφορετικά δεν θα ήταν αυθεντική. Επομένως και για τον καλλιτέχνη που επι­λέ­γει να επισκεφθεί αυτούς τους ιδιαίτερα δύσκολους χώ­ρους έχει σημασία η επικοινωνία. Χρειάζεται ψυχική κατάθεση για να σε «δεχτεί» ο χώρος και να μπορέσει να πάρει ό,τι του προσφέρεις.
Και παλιότερα αλλά και τώρα, σκέπτομαι πόσο εύθραυστα είναι τα όρια του «μέσα» και του «έξω». Εννοώ ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι σαν κι εμάς, δεν διαφέρουν, θα μπο­ρούσε σχεδόν ο καθένας μας να βρεθεί στη θέση τους, υπάρ­χουν καταστάσεις και συγκυρίες που δυστυχώς δεν μπορούμε πάντα να ελέγξουμε. Επομένως, ο διαχωρισμός και τα ταμπού δεν βοηθούν κανέναν, και κυρίως την κοινωνία, που οπω­σδήποτε θα πρέπει να εντάξει ξανά αυτά τα ταλαιπωρημένα πλάσμα­τα στους κόλπους της. Βλέπεις τον πόνο στα μάτια, το λάθος, τη συντριβή, την προσδοκία, και τότε θυμάμαι έναν στίχο του Ρίτσου που λέει: «Απ’ την πληγή μου κοίταξα του κόσμου την πληγή».

ΕΠΟΧΗ,  26.10.2013

Advertisements