«Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε

πως έγινε τούτο το φονικό~

την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,

το στέγνωμα της αγάπης~

Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…».

Γ. Σεφέρης, «Σαλαμίνα της  Κύπρος»

         55 χρόνια πριν ο πατέρας της ψυχιατρικής Emil Kraepelin δημιουργήσει τον όρο “dementia praecox”  για να περιγράψει ψυχικά φαινόμενα, που, σε μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση ο Ελβετός ψυχίατρος Bleuler, δάσκαλος αυτός του Φρόυντ, ονόμασε «σχιζοφρένεια»,  ο μεγάλος Μπαλζάκ περιέγραφε με συγκλονιστικές λεπτομέρειες και χωρίς καθόλου να ξέρει βεβαίως με τι αναμετράται, το βύθισμα στη σχιζοφρένεια ενός ευαίσθητου, ποιητικού πλάσματος με έντονες μεταφυσικές ανησυχίες, του Λούι Λαμπέρ, στο ομώνυμο μυθιστόρημά του. Με την «τρέλα», ως ένα σημείο ασχολείται ο Πορτογάλος συγγραφέας Γκονσάλο Ταβάρες στο πολυβραβευμένο μυθιστόρημά του Ιερουσαλήμ, που δραματοποιήθηκε από την Βάνα Πεφάνη και τον Γιάννη Καρκανεβάτο.

      Η τέχνη έλκεται από την παρέκκλιση, από την «τρέλα». Τη χρησιμοποιεί πότε καταγγελτικά, πότε θεωρώντας την μια γοητευτική διαφυγή από την πραγματικότητα, πότε ως φορέα της αλήθειας και πότε ως μια οδό ελευθερίας από τις κοινωνικές συμβάσεις και πιέσεις. Στον περίκλειστο δυτικό πολιτισμό, όπου το cogito εξισώνεται με την ύπαρξη, η τρέλα αντιπροσωπεύει ακόμα το επικίνδυνο «άλλο».  Διαβάζουμε την απόκλιση από την πλευρά του κυρίαρχου, αλλά πόσο δύσκολο είναι να μας περάσει από το μυαλό ότι και ο «άλλος κόσμος» μας διαβάζει. Τη δική τους ανάγνωση δεν θα τη μάθουμε ποτέ. Το συχνότερο δεν μπορεί να μας την κοινωνήσει, δεν υπάρχουν οδοί επαφής.  Ο «τρελός» δεν είναι σχεδόν ποτέ μια ποιητική ύπαρξη, βιώνει την κατάστασή του   ως φόβο, οδύνη και απόρριψη. Η «τρέλα» πονάει.

        Η παρουσία ενός τρελού μας υποχρεώνει  να επαναπροσδιορίσουμε τη βασική ταυτότητα, ποιοι είμαστε –παρόλ’ αυτά ακόμα και τότε δυσκολευόμαστε να πάμε το ερώτημα παραπέρα γιατί είμαστε αυτό που είμαστε. Ίσως γιατί τότε η ευκολία των θεωριών περί κληρονομικότητας θα αναγκαστεί να υποχωρήσει, οι ευθύνες της κοινωνίας και των ανθρώπινων σχέσεων που αυτή διαμορφώνει θα βγουν μπροστά, οι φαρμακοβιομηχανίες θα χάσουν τεράστια κέρδη και η τολμηρή ουτοπία της αντιψυχιατρικής θα έχει νικήσει τον εαυτό της.

      Για να  καταλάβει κανείς και να  περιγράψει αυτό τον κόσμο πρέπει να βρει το όριο και να σταθεί όσο γίνεται πιο κοντά. Να το δοκιμάσει. Να διακρίνει τα σημεία που είναι διαπερατό και μπορείς να ταξιδεύεις από τη μια στην άλλη πλευρά. Να νικήσει τον τρόμο αλλά και τη γοητεία…   Η Ιερουσαλήμ ανιχνεύει την «τρέλα»,  πατώντας όμως στέρεα σ’ αυτή την άλλη πλευρά. Ο Γκονσάλο κράτησε απόσταση ασφαλείας από το όριο και περιέγραψε ψύχραιμα αλλά διεισδυτικά. Η Μίλια έχει ένα αίτημα αγάπης και ελευθερίας, ο Τεόντορ Μπούσμπεκ φιλόδοξος ψυχίατρος και θεράπων της, την παντρεύεται γοητευμένος αλλά σύντομα  η κοπέλα αρχίζει να τον κουράζει. Η Μίλια θα κλειστεί στο ψυχιατρείο και ο Ταβάρες βρίσκει την ευκαιρία να συζητήσει πολύ ενδιαφέροντα ζητήματα όπως τη μνήμη, την σύμπτωση, την τυχαιότητα αλλά και τη βία ενός συστήματος καταστολής που θεωρεί ως αποκλειστική θεραπεία τον έλεγχο των συναισθημάτων και των αντιδράσεων.

         Ωστόσο γρήγορα γίνεται φανερό πως η ψυχική διαταραχή είναι το όχημα για να μιλήσει για τον τρόμο και τη φρίκη μέσα σ’ ένα κόσμο που ορίζεται από την εκμετάλλευση και τη δύναμη. Το σύμπαν που δημιουργείται είναι γοητευτικό παρόλο που οι χαρακτήρες δεν είναι πειστικοί.  Η Ιερουσαλήμ δεν θέλει να είναι ρεαλιστική. Τον συγγραφέα ενδιαφέρει να δείξει την αναλογία του διαταραγμένου νου με την τρέλα της Ιστορίας που  γεννά   τέρατα. Να μιλήσει  για την ηθικοποίηση της απόκλισης σε ένα κόσμο που στερείται ηθικής. Εδώ εδράζεται και η θλίψη που αναδύεται μέσα από την Ιερουσαλήμ,  η αίσθηση του αδιεξόδου.

         Δίπλα στην αέρινη Μίλια, κινούνται άνθρωποι και σχέσεις στα όρια του συμβόλου: ο αυταρχικός διευθυντής του τρομερού ασύλου, η παράξενη πόρνη, ο τρελός στρατιώτης, ο μικρός ανάπηρος γιος της… Το μέσα και το έξω χάνονται σιγά-σιγά κι ο κόσμος γίνεται ένα τεράστιο άσυλο που θύματα και θύτες εναλλάσσονται χωρίς να το ξέρουν και η αναζήτηση της ατομικής λύσης γίνεται ουτοπία αν όχι  η βίαιη πρόσκρουση στα ηλεκτροφόρα σύρματα του στρατοπέδου, υποστηρίζει ο Ταβάρες. Μόνο η μνήμη μπορεί να μας σώσει. Η μνήμη των ανεπούλωτων τραυμάτων της Ιστορίας που δεν αφήνει τις ψυχές να αποχυμωθούν και να πετρώσουν. Και με όσα γίνονται τούτο τον καιρό στην Ελλάδα, με το ξύπνημα του άγριου βρικόλακα του ναζισμού, αυτό είναι το ζήτημα: να εγείρουμε πάλι τη μνήμη, να θυμηθούμε καλά όσα έγιναν, γιατί θα ξαναγίνουν, ξαναγίνονται και η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ως φάρσα, επανέρχεται ως ερπύστρια.

        Η Βάνα Πεφάνη σκηνοθέτησε με ευαισθησία και προσπάθησε να αναδείξει τα ερωτήματα που θέτει το κείμενο, μολονότι  παγιδεύτηκε από τη γοητεία που της άσκησε και δεν πρόσεξε τον ιδιάζοντα ρόλο που παίζει εδώ ο χρόνος. Καλές ερμηνείες από το σύνολο των ηθοποιών (Βάνα Πεφάνη, Γιώργος Στριφτάρης, Κοραής Δαμάτης, Βασίλης Αφεντούλης, Νικολίνα Μουαίμη), οφείλουμε να σταθούμε λίγο περισσότερο στον Ιερώνυμο Καλετσάνο (Τέοντορ Μπούσμπεκ) και τον Κυριάκο Κοσμίδη (Χίνερκ Ομπστ) που απέδωσε τον σαλεμένο βετεράνο με τον σπαραγμό του πληγωμένου ζώου . Επιτυχείς οι σκηογραφικές επιλογές  του Γιώργου Λυντζέρη (τα ημιδιάφανα ριντώ που δημιουργούσαν ένα κόσμο σκιών και τα μικρά ως κουκλόσπιτα κτίρια, πάνω στα οποία κυριαρχούσε η πληγωμένη φιγούρα της Μίλια, που αναζητούσε σ’ αυτά ένα αδύνατο καταφύγιο). Οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη  έδιναν ατμοσφαιρικότητα.


[1] Ψαλμ. 135, 5 «αν σε ξεχάσω, Ιερουσαλήμ, να χάσω το δεξί μου χέρι». Η Ιερουσαλήμ στο έργο αυτό δεν είναι η πόλη –έτσι κι αλλιώς το έργο δεν έχει πραγματική  τοπική αναφορά, μολονότι όλα θυμίζουν Γερμανία ή χώρες της Κεντρικής Ευρώπης γενικότερα, ούτε και συγκεκριμένη χρονική αναφορά έχει, κινείται σε μια θολή αλλά αναγνωρίσιμη «σύγχρονη εποχή».  Είνι η ίδια η αναγκαιότητα της μνήμης.

Advertisements