Καλησπέρα σε όλες και όλους!

Νομίζω ότι επιλέξατε να συζητήσουμε το πιο φλέγον πολιτικό ζήτημα των ημερών, έστω για να μην είμαι απόλυτη ένα από τα πλέον φλέγοντα. Ο φασισμός και μάλιστα ο φασισμός στα σχολεία.

«Ος αν τα ονόματα επίστηται, επιστασθαι και τα πράγματα», έλεγε ο Πλάτωνας, δηλαδή όποιος ξέρει τα ονόματα των πραγμάτων, ξέρει και τα πράγματα τα ίδια. Μάλλον είχε δίκιο. Οι λέξεις μιλάνε από μόνες τους, αν μάθουμε να τις ακούμε, μαρτυρούνε πολλά.  Στον όρο «δημοκρατία» πρώτο συνθετικό είναι ο δήμος, ο λαός, οι πολλοί, ίσως και όλοι. Στον «κομμουνισμό» ακούμε την κομμούνα, την κοινότητα, την ομάδα τη συλλογικότητα. Στο φασισμό; Στη ρίζα της λέξης είναι οι περίφημες fasces, μια δέσμη ράβδων τυλιγμένων γύρω από ένα πέλεκυ, σύμβολο της εξουσίας των δικαστών στην αρχαία Ρώμη. Με μια τέτοια fascis, ένα στυλιάρι, ένα γκλόμπ της εποχής, για να το πούμε με μια λέξη πιο κοντινή σε μας σήμερα,  κυκλοφορούσαν οι σωματοφύλακες των senatores των Ρωμαίων γερουσιαστών. Δηλαδή μέσα στο όνομά του ο φασισμός κρύβει την βία  και δείχνει αμέσως ότι η αναφορά δεν είναι ο λαός αλλά ανώτερες κοινωνικές τάξεις που επιβάλλουν βίαια την εξουσία τους. Επιβάλλουν την εξουσία τους με όργανα κάποιους ανθρώπους, που δεν ανήκουν στην τάξη τους, αντίθετα ανήκουν στα λαϊκά στρώματα. Να σκεφτούμε ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι και γιατί γίνονται όργανα των εκμεταλλευτών.

Είναι εύκολο να εντοπίσουμε ιστορικά το φαινόμενο τουλάχιστον για τα καθ’ ημάς, την Ευρώπη εννοώ –Μουσολίνι, Χίτλερ, Φράνκο και η εδώ παραφυάδα τους, ο Ιωάννης Μεταξάς, η κορύφωση μέσα στη 10ετία του ’30 μετά ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ωστόσο δεν είναι τόσο εύκολη η ιστορική και πολιτική αιτιολόγηση του φαινομένου. Τι έκανε όλα εκείνα τα πλήθη να παραληρούν και να υπερασπίζονται ένα καθεστώς που στηριζόταν στον αποκλεισμό και το μίσος και να είναι απόλυτα αφοσιωμένοι σε ένα αστείο ανθρωπάριο;  Ίσως έτσι θα μπορούσαμε να δώσουμε μια πρώτη απάντηση για την εποχή μας και τη χώρα μας. Πώς δηλαδή έχουμε μια ανερχόμενη ναζιστική Χρυσή Αυγή σε μια χώρα που οι δρόμοι της έχουν ακόμα σημάδια από σφαίρες του ναζί Γερμανού κατακτητή, στην Ελλάδα του Δίστομου και των Καλαβρύτων, στην Ελλάδα του Γοργοπόταμου…

«Ο φασισμός έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστικά σε διαφορετικές χώρες, ανάλογα με τις υφιστάμενες συγκεκριμένες συνθήκες. Παρόλαυτά έχει δυο συγκεκριμένα ειδοποιά γνωρίσματα που προσιδιάζουν σε όλες τις χώρες: πρόφαση ενός επαναστατικού προγράμματος, το οποίο έξυπνα προσαρμόζεται στα αιτήματα, τα συμφέροντα και τις διεκδικήσεις των πλατιών μαζών και, άσκηση της πιο βάναυσης τρομοκρατίας». Να μια ενδιαφέρουσα περιγραφή της ημετέρας Χρυσής Αυγής: αντιμνημονιακή και βίαιη. Ωστόσο το απόσπασμα δεν είναι από σύγχρονο αναλυτή. Ανήκει στην Κλάρα Τσέτκιν και βρίσκεται σε μια από τις λαμπρότερες αναλύσεις της ανόδου του φασισμού στην προπολεμική Ιταλία «Έκθεση στη Διευρυμένη Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς» Ιούνιος του 1923. Η Κλάρα Τσέτκιν ηγετική προσωπικότητα της Διεθνούς και του ΚΚ Γερμανίας είχε κάνει πολύμηνη έρευνα για να συντάξει αυτή την έκθεση και να βοηθήσει τους συντρόφους της να καταλάβουν τι συνέβαινε στην Ιταλία βασικά.

Για να καταλάβουμε τη Χ.Α. ας δούμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: την περίφημη ιστορία του θεάτρου «Χυτήριο». Το Corpus  Christi είναι ένα μάλλον ασήμαντο εργάκι αλλά εμβληματικό της gay  κουλτούρας. Κινείται μέσα στη λογική μιας παλιότερης ροκ όπερας  Jesus Christ Super Star, που σημάδεψε την γενιά μου και κυρίως τους λίγο μεγαλύτερους του μισού αιώνος που χοντρικά κουβαλάμε εμείς στις πλάτες μας. Όπως και να ‘χει είναι ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα και ως τέτοιο οφείλει να κριθεί. Και να κριθεί αυστηρά τόσο ως μορφή όσο και ως περιεχόμενο, ως ιδέες και προτάσεις δηλαδή. Το ίδιο και η παράσταση. Αλλά η ελευθερία λόγου και καλλιτεχνικής έκφρασης είναι κατοχυρωμένη από τη χάρτα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και από το Σύνταγμα. Κανένας  δεν υποχρεώνεται να δει μια παράσταση, να διαβάσει ένα βιβλίο ή να κολυμπήσει σε μια παραλία γυμνιστών. Από τη στιγμή που επιλέγει να το κάνει, αναλαμβάνει την ευθύνη της επιλογής του Μια ομάδα γραφικών χριστιανών –φανατικών ως οι φονταμενταλιστές μουσουλμάνοι που απειλούν με εξόντωση όποιον τολμήσει να σηκώσει ανάστημα στις αρρωστημένες διαστρεβλώσεις της δικής τους θρησκείας-  μια τέτοια ομάδα πήρε κεριά και λιβάνια και πήγε να λιντσάρει τον διάβολο αυτοπροσώπως με τη μορφή του αλβανού σκηνοθέτη και ηθοποιού Λαέρτη Βασιλείου. Από κοντά και η Χ.Α.  Πρόκειται  για μια εκπληκτική μετάλλαξη όμως, ένα πρώτου μεγέθους πολιτικό χαμαιλεοντισμό: η Χ.Α. υπήρξε πολέμια του χριστιανισμού και ο περίφημος Γερμενής, βουλευτής πλέον, έγραφε λίγα μόλις χρόνια πριν στίχους όπως:

«Κάποτε είδα μια χριστιανική εκκλησία, μου μύρισε σαπίλα του Ιεχωβά

αυτή τη φτήνια του υπάνθρωπου του σταυρού».

Όμως  γρήγορα σχετικά συνειδητοποίησε πως ο χώρος της Εκκλησίας –όπου δυστυχώς πνίγονται φωνές πνευματικών ιερέων με έργο και δημοκρατικό ήθος- είναι ένα προνομιακό πεδίο επέμβασης και άγρας ψήφων. Το φλερτ ξεκίνησε με τα περίφημα συλλαλητήρια των ταυτοτήτων και συνεχίζεται ακάθεκτο. Άσε που είχαμε πολλά τρυγόνια στο ίδιο κλαδί: gay, Αλβανοί, καλλιτέχνες…

Αυτό σημαίνει κάτι απλό:  μια κοινωνία δεν γίνεται φασιστική έτσι απλά. Δεν έχουμε μια νομοτέλεια που οδηγεί ας πούμε από την οικονομική κρίση στο φασισμό. Έχουμε ωστόσο μια σχετικά εύκολα περιγράψιμη πορεία που στηρίζεται εν μέρει στο ότι η ελληνική κοινωνία είναι, έγινε μάλλον, μικροαστική, μια ασταθής τάξη με μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά, συντηρητική. Το life-style της προηγούμενης δεκαετίας έγινε η ιδεολογία της. Το σύστημα πολέμησε σθεναρά τη διανοητικότητα του πολίτη και την σκέψη, την ίδια την σκέψη. Η πολιτική απαξιώθηκε μέσα από τα ατιμώρητα σκάνδαλα, η δημοκρατία κουρελιάζεται ακόμα και μέσα στο κοινοβούλιο, η μεγάλη απογοήτευση βρίσκει διέξοδο στο ά-λογο και τη βία. Ο κυρίαρχος πολιτικός λόγος και τα ΜΜΕ καναλιζάρουν την οργή του λαού προς τα πιο συντηρητικά του αντανακλαστικά, το αυτί και η σκέψη εθίζεται σε μια μονοδιάστατη μαυρόασπρη αντίληψη του κόσμου. Νάτος ο φασισμός, εγκαταστάθηκε στις ζωές μας και στα σχολεία μας.

Εκτός από το χαμαιλεοντισμό, βασικό στοιχείο είναι ο λαϊκισμός.  Η Χρυσή Αυγή προτείνει μια εκδοχή πολιτικής του φόβου. Κινητοποιεί το πλήθος –χρησιμοποιώ τον όρο συνειδητά- υποδαυλίζοντας τον φόβο του απέναντι σε ένα εξωτερικό αντικείμενο που το επενδύει με τα χαρακτηριστικά του μολυσμένου, του ακάθαρτου, του επικίνδυνου. Το πλήθος ταυτοποιείται και συσπειρώνεται απέναντι στον εχθρό, τον απειλητικό άλλο. Το πλήθος αντιπροσωπεύει το αγαθό «εμείς» και ο άλλος το κακό.

Σπουδαίος και επιθυμητός τόπος δράσης είναι η νεολαία και δη τα σχολεία και ακόμα πιο πολύ τα Γυμνάσια, στα Λύκεια έρχονται ήδη έτοιμες ψυχές. Δεν είναι τυχαίο που ο Χίτλερ φτιάχνει αμέσως νεολαία και ρίχνει βάρος στην εθνικοσοσιαλιστική διαπαιδαγώγηση ούτε που ο ημέτερος Μιχαλολιάκος  στο ξεκίνημά του «βάζει πόδι» στη νεολαία μέσω μουσικών συγκροτημάτων. Ολόκληρα ρεύματα σύγχρονης μουσικής μεταφέρουν με τους στίχους των τραγουδιών τους ναζιστικά μηνύματα προς τη νεολαία. Ο φασισμός έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό κοντά στα άλλα που είπαμε: αντικαθιστά την τάξη, την κοινωνική ομάδα, την κοινότητα που παλεύει ή οφείλει να παλέψει για τα κοινά της συμφέροντα και τα μεγάλα οράματα της ειρήνης, της ισότητας, της δημοκρατίας: τα αντικαθιστά όλα αυτά το έθνος. Μια φαντασιακή κοινότητα που μπορεί να πάρει όση έκταση και όποια δύναμη αποφασίσει να της δώσει κανείς. Επενδυμένη με ισχυρούς μύθους, εμβαπτισμένους σε μισοαλήθειες όμως, το έθνος γίνεται η κυρίαρχη αναλύουσα έννοια. Όλα, σε τελευταία ανάλυση, ανάγονται στο έθνος. Καμιά ταξική αντίθεση, καμιά φυλετική –εννοώ του φύλου ως sexus- διαφορά δεν υπάρχει, καμιά διαφορά κουλτούρας ευεξήγητη μέσα από ιστορικές συνθήκες, η οικονομία δεν παίζει κανένα ρόλο, η πολιτική ωσαύτως, πρώτα κύρια και μοναδικά υπάρχει το έθνος. Άμωμο, άσπιλο, εξωιστορικό. Οι άλλοι το έχουν στο μάτι, εμείς πρέπει να το υπερασπίσουμε. Εύκολο, απλό, εύπεπτο, Δίνει στα γρήγορα μια ταυτότητα, ο νεαρός μας έφηβος  βρίσκει ένα «εμείς» που θα καλύψει κάθε προσωπικό και οικογενειακό του πρόβλημα, θα νιώσει επίσης μοναδικός και υπερέχων. Οι άλλες φυλές, τα άλλα έθνη είναι κατώτερα –άρα εγώ που είμαι Έλληνας, είμαι ανώτερος, εγώ είμαι ανώτερος και τώρα που είμαι σε μια ομάδα ανωτέρων, μπορώ να επιβάλω την ανωτερότητά μου…- αλλά όταν αρχίσει αυτός ο τρόπος σκέψης, ο κατήφορος είναι αναπόφευκτος: κάθε κατώτερο έχω δικαίωμα να τον πατάξω, να τον διαλύσω, να τον εξαφανίσω. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του  φασισμού είναι η δημιουργία εχθρού, ως έννοια αναφοράς και συνοχής των μελών της φασιστικής ομάδας. Κατώτερος μπορεί να είναι ο ξένος, ο αλλόθρησκος, ο διαφορετικός, όποιος έχει διαφορετικές ερωτικές προτιμήσεις, φυσικά ο διανοούμενος, ο καλλιτέχνης –δεν είναι τυχαίο που τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν γεμάτα από καλλιτέχνες και συγγραφείς, αν μάλιστα ήταν και εβραίοι… αν τύχαινε να είναι και ομοφυλόφιλοι. Εχθρός όμως γίνεται και ο άρρωστος και ο γέροντας και ο νοητικά καθυστερημένος και ο ψυχικά πάσχων που αποτελούν βαρίδια για την υπεροχή και την ανάδειξη του έθνους. Τα παιδάκια του δημοτικού στη ναζιστική Γερμανία μάθαιναν αριθμητική με προβλήματα όπως: ένας τρελός κοστίζει χ μάρκα την ημέρα. Πόσα θα κέρδιζε το κράτος μας αν δεν υπήρχαν τρία μεγάλα ψυχιατρεία που τρέφουν πχ 1000 τρελούς; Το αναπαρήγαγε σε μια θυγατρική ιστοσελίδα της  περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος η ΧΑ όπου ένας Γάλλος γιατρός μιλούσε για την απάνθρωπη δημοκρατία που επιμένει να διατηρεί στη ζωή άρρωστους και νοητικά καθυστερημένους. Και φυσικά πρέπει να παταχθούν, να εξαφανιστούν βίαια και οδυνηρά, βασανιστικά, με λιντσαρίσματα, όσοι αντιτίθενται, κυρίως φανερά, με λόγο καθαρό, με πράξεις καθημερινές, με τη ζωή τους για παράδειγμα δημοκρταίας και ελευθερίας,  οι αντιφασίστες.

Η βία του εκπαιδευτικού μας συστήματος, η πολύωρη καθήλωση των καθημερινών διαλέξεων, η αποστήθιση, η έλλειψη ερευνητικού πνεύματος, η αποπνευματικοποίηση της κοινωνίας που αντανακλάται στο πιο άνυδρο σχολείο της Δυτικής τουλάχιστον Ευρώπης αλλά και η αποψίλωση των αξιών, η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική είναι και κρίση αξιών και ιδανικών, η πικρία από ένα πολιτικό σύστημα που έδιωξε τον πολίτη από την πολιτική και τον μετέτρεψε σε έρμαιο στα χέρια επαγγελματιών πολιτικών που αναλαμβάνουν σχεδόν ερήμην του τη ζωή του και κυρίως εναντίον του –με ποιο δικαίωμα αφέντη Θεού επιβάλλουν τα μνημόνια κόντρα σε κάθε λογική, αφού πουθενά δεν έχει πετύχει αυτή η πολιτική και τώρα στο νέο πείραμα Ελλάδα η αποτυχία είναι πολλαπλή- η διάλυση και η διαφθορά θεσμών άμεσης δημοκρατίας, του συνδικαλισμού και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης,  η οικονομική κρίση και το αβέβαιο ή σκοτεινό ή και ανύπαρκτο μέλλον για μια ολόκληρη γενιά νέων ειδικά των χαμηλών οικονομικά τάξεων όλ’ αυτά αποτελούν γόνιμη γη για την Χρυσή Αυγή και τον φασισμό στα σχολεία.

Τα ΜΜΕ έρχονται αρωγοί διασπείροντας φόβο, πανικό, εθίζοντας σε ένα τρόπο σκέψης μακριά από την λογική ανάλυση. Σπέρνοντας ξενοφοβία, ρατσισμό και –μην το ξεχνάτε παρακαλώ, γιατί το τέρας ξύπνησε πάλι- σεξισμό. Βία ενάντια στις γυναίκες γιατί φυσικά αφού ο καπιταλισμός τις ξεζούμισε μεταπολεμικά, όταν χρειάστηκε εργατικά χέρια, τώρα πρέπει να τις ξαναβάλει στην κουζίνα, για να μειωθούν τα ποσοστά ανεργίας και γιατί το φεμινιστικό κίνημα ήταν από τα πιο ριζοσπαστικά διεκδικητικά κινήματα του προηγούμενου αιώνα και επιπροσθέτως με σημαντικές νίκες. Σας θυμίζει κάτι; Ακριβώς το μεταναστευτικό… Οι μετανάστες ήταν χρήσιμοι, απέφεραν κέρδος. Τώρα που δεν τους χρειαζόμαστε πρέπει να φύγουν κακήν κακώς, γιατί, λένε, στερούν θέσεις από Έλληνες εργάτες και λερώνουν την καθαρότητα της φυλής με την παρουσία τους. Βέβαια, ποτέ δεν θα πει ανοιχτά η Χρυσή Αυγή ότι ονειρεύεται να επιβάλει τα φτηνά μεροκάματα, την ανασφάλιστη εργασία, ό,τι επιθυμεί και έχει συμφέρον ο κόσμος των αφεντικών που στηρίζει…  Αυτό την κοινωνία και αυτές τις εργασιακές σχέσεις θέλει να δώσει στους Έλληνες. Αλλά, βέβαια, τι σημασία έχει ο αυταρχισμός, η βία, η φτώχια; Σημασία έχει η υπεράσπιση της καθαρότητας της φυλής. Γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο το ιδεολόγημα, λοιπόν.

Η ΧΑ κάνει μέσα στα σχολεία δουλειά μυρμηγκιού. Χρησιμοποιεί εγγενή χαρακτηριστικά της εφηβείας: την ανάγκη της ένταξης σε ομάδα, την έλλειψη τελετουργίας που διέπει εν γένει την ελληνική κοινωνία, την διάθεση του νέου να δοκιμάζει ακραία πράγματα, στα όρια του νόμου η έξω από αυτόν, την ανάγκη του να έχει πρότυπα και να γίνεται ο ίδιος πρότυπο για άλλους, την τάση για μυστικισμό και εξωλογικές αναζητήσεις, ακόμα και τον ερωτισμό. Και φυσικά η γοητεία της βίας. Η βία μέσα στα σχολεία μεγαλώνει επικίνδυνα –εμείς οι ενήλικοι μαθαίνουμε τελευταίοι τι συμβαίνει μέσα στις τάξεις και έξω από αυτές και σηκώνουμε τα χέρια ψηλά μένοντας σε αναποτελεσματικές παραινέσεις. Η βία είναι κομμάτι της ζωής. Χρειάζεται μεγάλος αγώνας για να πατάξουμε μέσα μας το νόμο της ζούγκλας,  σύμφωνα με τον οποίο νικάει ο πιο δυνατός και αυτός ο αγώνας λέγεται πολιτισμός. Ο φασισμός έτσι είναι απλά εχθρός του πολιτισμού, ή καλύτερα παραγωγός ενός πολιτισμού ανθρώπων υποταγμένων σε μια βαθιά ιεραρχημένη, απολυταρχική, αυταρχική, ταξική καπιταλιστική κοινωνία.

Πώς θα αντιμετωπίσουμε το ζήτημα; Πολλά τμήματα της Αριστεράς προτείνουν –και κάνουν πράξη- την ανοιχτή σύγκρουση, την επίδειξη δύναμης. Υπάρχουν πράγματι φορές που δεν μπορείς να  αποφύγεις μια τέτοια σύγκρουση. Θα υπερασπιστούμε το αδύναμο θύμα με όλες μας τις δυνάμεις. Θα δείξουμε με πορείες και διαδηλώσεις, με μαχητικές λαϊκές εκδηλώσεις την αποφασιστικότητά μας να εμποδίσουμε την εγκληματική δράση του ναζισμού, που κύρια έκφρασή της είναι η Χρυσή Αυγή και οι παραφυάδες της. Αλλά δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός, δεν είναι καν αποτελεσματικό, τουλάχιστον στο βαθμό που θα θέλαμε. Και είτε μας αρέσει είτε όχι, έτσι αναπαράγουμε την κουλτούρα του αντιπάλου μας: μια κουλτούρα που μέσα από μια στρεβλή ηρωική μυθολογία βλέπει στο πεδίο της μάχης τον ύψιστο χώρο της ιδεολογικοπολιτικής καταξίωσης. Όσο κι αν φαίνεται δασκαλίστικο, η λύση έχει να κάνει με την ανάπτυξη μιας ισχυρής πολιτικής επιχειρηματολογίας πολύ καλά τεκμηριωμένης. Δηλαδή έχει να κάνει με το διάβασμα, με την πολύπλευρη ενημέρωση –όχι μόνο την πολιτική, δεν φτάνει, αλλά και την φιλοσοφική και την επιστημονική.  Τι θα αντιπαρατάξετε απέναντι στο βιολογισμό της ΧΑ;

Η Αριστερά, νεαροί σύντροφοι, θέλει πολύ διανοητικό κουπί. Η πραγματικότητα γύρω μας δεν είναι άσπρο μαύρο, έχει δεκάδες αποχρώσεις και σε μια ζωντανή κοινωνία δεν υπάρχουν κανόνες να τους εφαρμόζεις, όπως στη φυσική (κι εκεί ακόμα έχει αμφισβητηθεί η νομοτέλεια). Οι κοινωνίες έχουν ρωγμές, αντιδρούν με τρόπους πολλές φορές ανεξέλεγκτους. Είναι δύσκολο να βρίσκεις τις αιτίες των πραγμάτων και να ανακαλύπτεις τις πολλαπλές όψεις τους. Ο φασισμός είναι πιο εύκολος: μια έννοια το έθνος και τελειώσαμε. Ειδικά σε περιόδους κρίσης, όταν υπερέχει ο φόβος του άδηλου μέλλοντος, όταν δυστυχώς δεν είναι αυτονόητη η στροφή σε χειραφετητικές ριζοσπαστικές ιδέες –θέλει πολλή δουλειά για να γίνει κάτι τέτοιο- ανεβαίνει ένας ρατσιστικός λαϊκισμός, η καταφυγή σε ιδεολογήματα ανωτερότητας, η βία. Και ακόμα δυστυχέστερα σε τέτοιες περιόδους της ιστορίας, όπως παρατηρεί ο Ζίζεκ, «οι βασικές συντεταγμένες της κυρίαρχης ιδεολογίας όχι μόνο δεν αμφισβητούνται αλλά υπάρχει και μια στροφή προς αυτές».

Αν η εκπαίδευση είναι αναπαραγωγή των κυρίαρχων μηχανισμών, η παιδεία είναι χώρος αμφισβήτησης. Γι’ αυτό ο πρώτος χώρος που υφίσταται πανευρωπαϊκά επιθέσεις είναι η δημόσια παιδεία, όχι μόνο ως χώρος απίστευτα κερδοφόρος για το ιδιωτικό κεφάλαιο. Αγράμματη εργατική τάξη όχι με την έννοια του αναλφάβητου αλλά με την επικίνδυνη έννοια μιας εκπαίδευσης που θα παραγάγει φοβισμένους, υποταγμένους ανθρώπους, στο έπακρο ανταγωνιστικούς και ατομιστές.

Γι’ αυτό το σχολείο πρέπει να αλλάξει ριζικά. Να ξαναβρεί ή να βρει για πρώτη φορά χυμούς και διεξόδους. Να αποφυλακίσει το σώμα του εφήβου από την πολύωρη καταναγκαστική φυλακή της καρέκλας και της τάξης, να συνδέσει την ύλη με κοινωνικά και πολιτικά ενδιαφέροντα, να τονώσει την καλλιτεχνική δημιουργία, τη συνεργατικότητα και τη συλλογικότητα. Να αναπτύξει την πρωτοβουλία. Η αλλαγή πρέπει να ξεκινήσει από μας τους ενήλικες, τους γονείς και τους δασκάλους σας: βία υφιστάμεθα κι εμείς, κι εμείς πνιγόμαστε μέσα στο ωρολόγιο πρόγραμμα, στο αυστηρό πλαίσιο του διδακτικού εγχειρίδιου και όπως λέει και ο αγαπημένος μου μελετητής της λογοτεχνίας ο Ρολάν Μπαρτ, «φασισμός δεν είναι μόνο να σου λέω τι θα πεις αλλά και πώς θα το πεις». Και  αυτό το πώς είναι το χειρότερο, γιατί διαμορφώνει συνειδήσεις. Μετατρέπει τη γλώσσα σε διανοητική χειραγώγηση και την γνώση σε μια αποστεωμένη πληροφόρηση με μοναδικό σκοπό να αποκτηθούν δεξιότητες που θα μετατρέψουν τους ανθρώπους σε ευέλικτο φτηνό αναλώσιμο εργατικό δυναμικό που θα μετακινείται από περιοχή σε περιοχή και από δουλειά σε δουλειά αγόγγυστα. Χρειαζόμαστε ένα σχολείο πλατύ που δεν θα δίνει απαντήσεις αλλά θα βάζει ερωτήματα. «Στον σύγχρονο παγκόσμιο καπιταλισμό» λέει πάλι ο Ζίζεκ «η ιδεολογική παρουσίαση της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων ως φυσικής και αναπόφευκτης έχει φτάσει σε πρωτοφανές επίπεδο:  ελάχιστοι είναι εκείνοι που τολμούν να ονειρευτούν ουτοπικά όνειρα για εναλλακτικούς κόσμους».

Σε ένα τέτοιο σχολείο που θα αντιμετωπίζει τον νέο ως πρόσωπο –δηλαδή φυσική παρουσία, ψυχικό κόσμο και πνευματική οντότητα-  ένα σχολείο όχι λαϊκίστικα και ψευδώς αλλά ουσιαστικά δημοκρατικό, με κανόνες που μαθαίνουν την κοινωνικοποίηση και την αναγκαιότητα της συμμετοχής, την ανεκτικότητα του διαφορετικού και τον σεβασμό στη διαφορά, αυτό το σχολείο  ίσως να μην είναι απαλλαγμένο από φασίστες μαθητές και καθηγητές, αλλά η δημοκρατία θα είναι τόσο δυνατή που θα τους έχει μετατρέψει σε μια ακίνδυνη εκδοχή ιδεών, ένα απολίθωμα της ιστορίας που θα προκαλεί θυμηδία. Μόνο  μια κοινωνία που ξέρει γράμματα και είναι βαθιά και ουσιαστικά δημοκρατική, αταξική ή τουλάχιστον βαδίζει προς την αταξικότητα, όπου οι πολίτες έχουν εξασφαλισμένα και αυτονόητα τα απαραίτητα, το περιβάλλον είναι  φιλικό και η ομορφιά στραφταλίζει, την κοινωνία για την οποία παλεύει η Αριστερά δηλαδή, αυτή η κοινωνία έχει την υγεία και τη δύναμη να αντιμετωπίσει επιτυχώς τα καρκινώματα του φασισμού και να τα περιθωριοποιήσει ως ανατριχιαστικά αλλά γραφικά υπολείμματα ενός  παρελθόντος που πέρασε ανεπιστρεπτί.

Όμως δουλειά πρέπει να κάνει και ο καθένας από μας. Απέναντι στο χρυσαυγίτη συμμαθητή μας δεν αναπτύσσουμε αντανακλαστικά εχθρότητας, δεν του γυρνάμε αναγκαστικά την πλάτη, δεν μπαίνουμε οπωσδήποτε σε έντονους διαπληκτισμούς, δεν αντιδρούμε άμεσα με σωματική βία, δεν τον περιθωριοποιούμε και δεν τον αποκλείουμε. Δεν χαρίζουμε κανένα στη Χρυσή Αυγή. Η δουλειά ενάντια στο φασισμό είναι δουλειά δύσκολη και ο χώρος της είναι το μυαλό και η ψυχή του ανθρώπου. Χρειάζεται γερά νεύρα και απόλυτη πίστη στην αναγκαιότητα και τη σημασία της αντίστασης στο φασισμό. Είναι δουλειά στοχευμένη και ταυτόχρονα –μη σας φανεί ρομαντικό- πολύ βαθιά ανθρώπινη. Κουβεντιάζουμε με υπομονή, αντιπαραθέτουμε επιχειρήματα, τον καλούμε κοντά μας σε ανθρώπινο επίπεδο, μοιραζόμαστε σκέψεις όχι πάντα πολιτικές αλλά και καθημερινές, θέματα που αφορούν την καθημερινότητα των ανθρώπων. Τους δείχνουμε μια άλλη ποιότητα ζωής, πως οι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι έχουν περισσότερα που τους ενώνουν και λιγότερα που τους χωρίζουν και πως τα προβλήματα είναι κοινά για όλους. Εδώ είναι μεγάλος ο ρόλος όλων των μορφών αλληλεγγύης. Ο φασισμός «πατάει» πάνω στις ελλείψεις. Φροντίζουμε τα δίχτυα αλληλεγγύης: σίτιση, συμπαράσταση, βοήθεια στα μαθήματα, παρέα…  Και παράλληλα δεν ξεχνάμε τις αντιφασιστικές εκδηλώσεις πολιτισμού: ταινίες, μουσικές, φωτογραφίες, οργάνωση συζητήσεων…  Μπορεί τα αποτελέσματα να μην είναι εμφανή αμέσως ούτε η έκτασή τους όση θα την περιμέναμε. Αλλά είναι πολύ πάρα πολύ σημαντική δουλειά. Δουλειά μυρμηγκιού που αφήνει πίσω της υπόβαθρο και αφορά επίσης τα παιδιά που αυτοαποκαλούνται «απολίτικα». Γιατί τα βοηθάμε να καταλάβουν την επικινδυνότητα του  φαινομένου και να αντιδράσουν αλλά και να μην γοητευτούν από τις σειρήνες του φασισμού.

Advertisements