ΜΙΑ ΑΝΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

 

         Συνηθίζουμε, όταν μιλάμε για την αρχαία Ελλάδα, να έχουμε κατά νου τον φωτεινό κόσμο των φιλοσόφων, τους διαλόγους και τις πραγματείες με τα κομψά αλλά κοφτερά επιχειρήματαέχουμε ακόμη την λάμψη των αγαλμάτων με μια αναπαράσταση του σωματικού κάλλους που κόβει την ανάσα, τεντώνοντας την ομορφιά στα όρια ενός πλασματικού ρεαλισμού που αποθεώνει την υλικότητα του ανθρώπου. Ωστόσο ο αρχαίος κόσμος δεν ήταν μόνο αυτό. Είχε σημεία σκοτεινά, μια καθημερινότητα δύσκολη, κουραστική, γεμάτη προλήψεις, παραλογισμούς και δεισιδαιμονίες.  Φαντάσματα που τριγυρνούν εχθρικά μέσα στις πόλεις, μάγοι που με μάγια και βότανα φρικτά αλλάζουν τη θέληση των ανθρώπων και ορίζουν τις πράξεις τους, κατάδεσμοι από μόλυβδο πάνω στους οποίους είναι σημειωμένα ονόματα αρχαίων χθόνιων δαιμόνων, ανακατεμένων με λέξεις μαγικές από άγνωστες γλώσσες για να «δέσουν» με μια δύναμη αρχέγονη και ακατανόητη κάποιον στον έρωτα ενός άλλου ή να λυγίσουν τον αντίπαλό του σε μια δίκη. Στη ρίζα των Τραχινιών κρύβεται μια τέτοια παράδοση.

Βοτάνια της αγάπης

         Όταν ο κένταυρος Νέσσος πεθαίνει χτυπημένος από τα δηλητηριώδη βέλη του Ηρακλή,  δίνει στη Δηιάνειρα, τη νόμιμη άλοχο του ήρωα, τον ματωμένο του χιτώνα, κοροϊδεύοντάς την πως είναι άσφαλτο βοτάνι της αγάπης και πως μ’ αυτό θα ‘χει δικό της τον άντρα της για πάντα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για φαρμάκι θανατηφόρο. Η Δηιάνειρα περιμένει τον Ηρακλή να γυρίσει. Υπομονετικά, με πίστη. Αλλά πριν από αυτόν φτάνει η νεαρή ερωμένη του, η Ιόλη, και ο κήρυκας της αποκαλύπτει, εκών άκων, πως για τον έρωτα της κοπελιάς ο Ηρακλής κατέστρεψε μια πόλη και σκότωσε τον πατέρα της. Η γυναίκα, που δεν είναι πια στα πρώτα της νιάτα,  ζηλεύει και φοβάται. Απλοϊκά και άσκεφτα (απλοϊκά και άσκεφτα αλήθεια; Πώς δεν της πέρασε απ’ το νου γιατί να θέλει το καλό της αυτός που εξαιτίας της πεθαίνει; Το όνομά της λέει άλλα: Δηιάνειρα θα πει αυτή που σκότωσε τον άντρα της) αποφασίζει να χρησιμοποιήσει το φίλτρο του Κενταύρου. Γρήγορα θα αποκαλυφθεί ο δόλος του τέρατος. Ο Ηρακλής γεμίζει φαρμακερές πληγές που οι αφόρητοι πόνοι τους τον αναγκάζουν στην αυτοκτονία (καίγεται σε φωτιά στο όρος Οίτη, πρόκειται για την αποθέωσή του) και η Δηιάνειρα, ξετρελαμένη για τον επικείμενο φόνο του αντρός της, που τον ακούει από τον εξαγριωμένο Ύλλα, το γιο τους,  αυτοκτονεί με ένα ταπεινό μαχαίρι.

         Οι μυθικές διαδρομές του Σοφοκλή και του Ευριπίδη διασταυρώθηκαν αρκετές φορές. Μόνο που ο μοναχικός φιλόσοφος του τραγικού λόγου προτιμούσε τα κακοτράχαλα μονοπάτια και τις επικίνδυνες διαδρομές, ενώ η «αττική μέλιττα» τηρούσε  ευλαβικά την παράδοση και τις αξίες της. Η Δηιάνειρα ως ένα σημείο συναντά τη Μήδεια. Και των δυο κινδυνεύει η θέση τους στον κόσμο, και οι δυο βλέπουν μια νεότερη γυναίκα να διεκδικεί τον άντρα τους και οι δυο καταφεύγουν στον σκοτεινό κόσμο της μαγείας. Εδώ σταματούν οι ομοιότητες. Η Δηιάνειρα παρουσιάζεται ως αφελής, η Μήδεια είναι γοητευτική και τρομερή. Όπως τρομερός αλλά ανθρώπινος είναι ο ευριπίδειος μαινόμενος Ηρακλής, στην ομώνυμη τραγωδία, η οποία  συνιστά μέρος ενός ιδιότυπου διαλόγου μεταξύ των δύο τραγικών,  που υπερέβη τα εσκαμμένα των ανθρώπινων δυνατοτήτων και ήρθε η τρέλα για τιμωρία του. Αντιθέτως ο σοφόκλειος Ηρακλής  προσωποποιεί μια βασική θέση του ποιητή: ο άνθρωπος, χωρίς να είναι άθυρμα στα χέρια των θεών, ωστόσο δεν ξεφεύγει από τη θεϊκή θέληση και τα καμώματά της. Όσο νομίζει ότι απομακρύνεται από το πεπρωμένο του, τόσο τα βήματά του τον φέρνουν σ’αυτό. «Δεν θα πεθάνεις από χέρια ζωντανού. Νεκρός  από τον Κάτω Κόσμο θα γίνει ο φονιάς σου».

         Ο χρόνος διαστέλλεται, οι χρονικές βαθμίδες διαχέονται η μια μέσα στην άλλη για να θυμίσουν τη διαφορά του θεϊκού και του ανθρώπινου χρόνου, ο κόσμος των γυναικών, κόσμος μοναχικός και στατικός, και ο κόσμος των αντρών, γεμάτος κίνηση και εξέλιξη, συναντιούνται για να μη συναντηθούν ποτέ και ο Ύλλας, ο γιος του Ηρακλή και της Δηιάνειρας,  παραμένει ένα θολό πρόπλασμα του Αίμονα.

Μια αναποφάσιστη ανάγνωση

         Σπάνια παίζονται οι Τραχίνιες, σπάνια γενικά οι τραγωδίες που έχουν ως  θέμα τους τον Ηρακλή. Σα να φοβίζει ο πανελλήνιος ήρωας Ηρακλής τους σύγχρονους δημιουργούς, να μην ξέρουν πού να τον κατατάξουν: συγκεντρώνει καθ’ υπερβολήν τα στοιχεία μιας ανδρικής ανθρωπινότητας: γενναίος, άφοβος, μεγαλόσωμος, δυνατός, με μια μπρούτη ευφυΐα, την ίδια στιγμή ευάλωτος, παρορμητικός, επιρρεπής σε λάθη, αλλά πάντα έτοιμος να πληρώσει με γενναιοψυχία το ακριβό τίμημα.

        Ο Θωμάς Μοσχόπουλος διάβασε την τραγωδία ως μελόδραμα –με αποκορύφωμα την εμφάνιση του Ηρακλή που στις πρώτες στιγμές της παραδίδεται εντελώς σε μια τέτοια έμπνευση και άδει τα λόγια του. Ωστόσο, αν ήθελε να δημιουργήσει ένα τέτοιο ειδολογικό πρωθύστερο ο σκηνοθέτης (αφού θεωρείται πως η όπερα βαδίζει στους τρόπους της τραγωδίας) θα έπρεπε να το «τρέξει» με συνέπεια απ’ αρχής μέχρι τέλους –ανεξαρτήτως των διαφωνιών που μπορεί κανείς να προβάλει. Αλλιώς δημιουργούσε απλώς απορία και μάλιστα αρνητική. Με μεγάλες υφολογικές διαφορές το πρώτο από το δεύτερο μέρος: στο πρώτο μέρος οι ήρεμοι τόνοι ενός αστικού δράματος, στο δεύτερο η επιλογή έγερνε προς το γκροτέσκο, με ένα Ηρακλή θεόρατο, σχεδόν καρικα-τουρίστικο,  να επιδεικνύει τις πληγές του και να ωρύεται, προτάσσοντας την εκδίκηση του πόνου και όχι, κατά το λογικό και με ψυχολογική συνέπεια οι αφόρητες οδύνες να γλυκαίνουν με την αγωνιώδη απαίτηση της εκδίκησης.  Φαινόταν αναποφάσιστος ο Μοσχόπουλος, πού να δώσει βάρος, στο είδος ή στο θέμα; Και από τους θεματικούς πυρήνες, ποιον να φωτίσει; Πάντως το γυναικείο στοιχείο υπερτερούσε, και όχι μόνο επειδή είναι πριμοδοτημένη από τον ποιητή η παρουσία του στο πρώτο μέρος.

         Ο Χορός ήταν εντυπωσιακός. Οργανωμένος, ομαδικός, καλλίφωνος, ορθά και καλά γυμνασμένος (κίνηση Χρήστος Παπαδόπουλος). Ωστόσο εδώ οφείλουμε μια ένσταση που δεν έχει να κάνει μόνο με τη συγκεκριμένη παράσταση. Το βλέπουμε συχνά τα τελευταία χρόνια: ενώ υπάρχει στο Χορό αισθητική αρτιότητα, μοιάζει να μην ανήκει ούτε στην τραγωδία που παίζεται ούτε, καμιά φορά ούτε στο είδος το ίδιο. Και εδώ διακρίναμε το ίδιο πρόβλημα. Η ωραία αλλά έντονη κίνηση έκρυβε την συν-πάθεια, την κρίση στα τεκταινόμενα, γινόταν μια αυθύπαρκτη παρουσία που σκέπαζε τον τραγικό λόγο.

        Η Άννα Μάσχα ήταν μια υποτονική Δηιάνειρα. Έμεινε στο ρόλο της απατημένης συζύγου, που, καλοσυνάτη και γενναιόκαρδη αποδέχεται την μοιχεία αλλά ως ένα όριο, τη ζήλεια της αλλά ως ένα όριο, ακόμα και όταν ανακαλύπτει πως σκότωσε αυτόν που αγαπούσε (εδώ μάλιστα πρόκειται για συζυγοκτονία, και για την γυναίκα στον αρχαίο κόσμο η συζυγοκτονία έχει ένα εξέχον βάρος) η αντίδρασή της είναι ένα κομψό συγκρατημένο αβαθές πένθος. Ο Αργύρης Ξάφης ερμήνευσε τον Ηρακλή ως μυθικό υπερήρωα των σύγχρονων κόμικς, χωρίς τραγική διάσταση. Ένας θηριώδης Ηρακλής χωρίς βάρος. Ο Κώστας Μπερικόπουλος απέδωσε ρεαλιστικά τον Άγγελο και κυρίως τον Γέροντα. Υπερέβαλε μάλλον τον Λίχα ο Γιώργος Χρυσοστόμου. Η τροφός της Φιλαρέτης Κομνηνού ξεκίνησε με μια συναισθηματική υπερβολή, στο δεύτερο μέρος του μονολόγου της βρήκε  ρυθμό, αλλά γιατί παρουσιάστηκε ως εικόνα θανάτου;  Ο Ύλλας του Τοκάκη χρειαζόταν να δουλευτεί περισσότερο από τον ηθοποιό στο δεύτερο μέρος, αλλά είναι προφανές πως ο νεαρός ηθοποιός έχει δυνατότητες. Ο Θωμάς Μοσχόπουλος είναι από τους λίγους σκηνοθέτες που ξέρει να χρησιμοποιεί το γυμνό στο θέατρο.  Όποιος είχε δει τις «Μεταμορφώσεις» του, θυμάται τη χάρη και την ομορφιά των γυμνών σωμάτων, την ποιητικότητα της παρουσίας τους. Εδώ όμως η γυμνή Ιόλη (Ελένη Μπούκλη), ωραία Εμπειρίκια παιδίσκη, δεν ήταν μια επιτυχημένη επιλογή. Το σύμβολο δεν λειτουργούσε.

Το σκηνικό, που επιμελήθηκε η Έλλη Παπαγεωργοκοπούλου, όπως και τα κοστούμια, ευφυώς λιτό και εκφραστικό: ένας κορμός δέντρου σε εγκάρσια τομή, τοποθετημένος επικλινώς, να θυμίζει τον δείκτη ενός φυσικού ρολογιού που μετρά το μοιραίο χρόνο. Ωραία η επιλογή με τις κίτρινες βελέντζες, που λειτουργούσαν ως συγκεντρωτικά κάτοπτρα συμβόλων (η εστία, η συζυγική κλίνη, η λεοντή, η πυρά της θυσίας κτλ). Πίσω μια πύρινη, κόκκινη πύλη υπενθύμιζε τον θάνατο. Αντιθέτως, τα κοστούμια δεν ήταν η καλύτερη στιγμή της ευαίσθητης και ευφάνταστης ενδυματολόγου, κυρίως η κόκκινη εσάρπα της Δηιάνειρας που δεν συνομιλούσε ως σύμβολο με την υπόλοιπη παρουσία της και η α λα comics εμφάνιση του Ηρακλή. Δεν θα μιλήσουμε για τους φωτισμούς, επειδή δεν είδαμε την παράσταση στην Επίδαυρο και εκεί που την είδαμε υπήρχαν κάποια τεχνικά προβλήματα. Ωστόσο η φωτιστική πρόθεση ήταν φανερή και ο Παυλόπουλος εμφανώς είχε κάνει θαυμάσια δουλειά στην ανάδειξη των ηρώων και των μεταξύ τους σχέσεων. Η μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή  υπηρέτησε το σκηνοθετικό όραμα, ωραία αφεαυτής αλλά αναποφάσιστη.

ΕΠΟΧΗ, 8.9.2013

Advertisements