«Η αφθονία της πίστης μου είναι ένας άλλος, έκτος, δίχως όνομα, ωκεανός,

που ταξιδεύω πάνω του

χωρίς χάρτες και τιμόνια, με μόνο την καρδιά για οδηγό,

γιατί η αγάπη που ‘χω μέσα μου μπορεί κι ένα ακυβέρνητο καράβι

να τ’ οδηγήσει στο δρόμο το σωστό»

 

         Με  λίγους στίχους του Λειβαδίτη από τον «Άνθρωπο με το Ταμπούρλο» να πούμε καλώς βρεθήκαμε και πάλι, φίλοι και σύντροφοι μετά το σύντομο διάλειμμα του Αυγούστου, που τούτη τη φορά δεν ήταν μήνας των διακοπών, αλλά γεμάτος από σκληρά γεγονότα και ακόμα σκληρότερες κυοφορίες.

 

«τάχ᾽ ἐξ ἀναιδοῦς φάρυγος ὠθήσει κρέα»[1]

         Καλοκαίρι του Κύκλωπα το φετινό. Τον «Κύκλωπα», το σατυρικό δράμα του Ευριπίδη  δίδαξε για το Εθνικό Θέατρο ο Βασίλης Παπαβασιλείου, που ως σκηνοθέτης χαρακτηρίζεται από τόλμη, στηριγμένη από γνώση και  συγκρότηση.  Με θέμα τον Κύκλωπα και ένα κείμενο κολάζ από τον Ευριπίδη, τον Όμηρο, τον Ησίοδο αλλά και τον Τζόναθαν Σουίφτ στη φόρμα του πολιτικού μιούζικαλ,  σε σκηνοθεσία Γιάγκου Ανδρεάδη, δικό του και το κείμενο, η θεατρική ομάδα του Ινστιτούτου του Αρχαίου Δράματος της Παντείου μετείχε στο φεστιβάλ «World Crisis Festival» που παρουσιάστηκε στη μικρή Επίδαυρο (23-25 Αυγούστου).

       Είναι φυσικό στο δυσκολότερο καλοκαίρι των μετεμφυλιακών χρόνων, με την κοινωνία βυθισμένη στη φτώχια και την ανασφάλεια,  στην απόγνωση, με την ανεργία να ανεβαίνει σε ιλιγγιώδη ποσοστά και τους περισσότερους από όσους έχουν ακόμη δουλειά να είναι απλήρωτοι για μήνες, με την υγεία και την παιδεία σε κατάρρευση, την τοπική αυτοδιοίκηση ετοιμοθάνατη, με όλα εκείνα για τα οποία πολέμησαν γενιές ολόκληρες και νομίζαμε πως θα μπορούσαμε με νέους αγώνες να τα δυναμώσουμε έτι περαιτέρω –αξίες και ιδανικά: δημοκρατία, εργασιακά δικαιώματα, λαϊκή νομή των δημόσιων αγαθών, ελευθερία σκέψης και λόγου- να εξαφανίζονται ως να μην υπήρξαν ποτέ,  είναι φυσικό μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα μόνο το σύμβολο της ανθρωποφαγίας να μπορεί να εκφράζει με επάρκεια αυτό που νιώθουμε πως συμβαίνει και  αυτό που όντως συμβαίνει. «Μας τρώνε τις σάρκες μας, παιδί μου», μου είπε τις προάλλες μια ηλικιωμένη δασκάλα, ενώ στη στάση του λεωφορείου άκουσα τη φράση-κλειδί «ολόκληρους μας μασάνε και μας και τα παιδιά μας». Η μεταφορά του σπαραγμού, της μάσησης, της ανθρώπινης σάρκας ως τροφής των δυνατών για τα συμφέροντά τους είναι από τις πλέον διαδεδομένες στη λογοτεχνία όσο και στη λαϊκή γλώσσα και όχι μόνο στην ελληνική.

 

«κοὐδὲν ἄλλο πλὴν πυροῦν  Κύκλωπος ὄψιν·»

         Ο Κύκλωπας είναι ένα από τα τέρατα που συναντά ο Οδυσσέας στο δεκάχρονο ταξίδι της προσπάθειάς του να επιστρέψει στην Ιθάκη. Η περιπέτεια  αυτή περιγράφεται από τον Όμηρο στην ένατη ραψωδία της Οδύσσειας. Ο κόσμος των Κυκλώπων είναι άγριος, απολίτιστος. Ζουν σε σπηλιές, δεν γνωρίζουν την γεωργία και πάνω απ’ όλα παραβιάζουν το μέγιστο  ταμπού των ανθρώπων: τρώνε ανθρώπινες σάρκες. Μπορεί άνθρωποι και Κύκλωπες να μην ανήκουν στο ίδιο είδος ακριβώς αλλά ο τρόμος του καννιβαλικού γεύματος είναι παρών στην ομηρική αφήγηση. Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του φοβούνται τον φρικτό θάνατο να τους σπαράξει ο Κύκλωπας, την ίδια στιγμή που αισθάνονται δέος γιατί υποβιβάζονται σε ζώα που προορίζονται να γίνουν τροφή. Τα όρια των κόσμων μπλέκονται αξεδιάλυτα και οι αρχαίοι Έλληνες μπορεί να γοητεύονταν από την έννοια του ορίου –μια από τις αγαπημένες τους θεότητες, θεά του κυνηγιού, η Άρτεμη, είναι η θεότητα που διαφυλάσσει την ισορροπία των ορίων- ωστόσο γοητεύονταν ακριβώς γιατί τα αναγνώριζαν με σαφήνεια και αυτό τους δημιουργούσε ήρεμες βεβαιότητες. Αλλιώς… Άλλωστε ο τερατώδης Κύκλωπας φέρει ένα και μοναδικό μάτι, στη μέση του μετώπου, γιατί έχει αντίληψη μόνο της μιας πλευράς των πραγμάτων. Αν η όραση είναι η ευγενέστερη των αισθήσεων, και στον αρχαίο κόσμο παίζει ρόλο θεμελίου για τον πολιτισμό (το «ορώ» και πριν και τώρα συχνά ταυτίζεται με το «γνωρίζω»,  η θεά που τελικά έγινε σύμβολο της γνώσης, η Αθηνά, χαρακτηρίζεται από επίθετο που σχετίζεται με τα μάτια της, αστραποβόλο το βλέμμα της σοφίας), ο Κύκλωπας όμως δεν μπορεί να δει πραγματικά, είναι το τέρας με το ένα μάτι, ο μη μετέχων στην υψηλή γνώση.

         Παίζοντας με την ομηρική παράδοση, ο Ευριπίδης χρησιμοποιεί την περιπέτεια του Οδυσσέα με τον Κύκλωπα στο ομώνυμο σατυρικό δράμα, το μοναδικό του είδους που έφτασε σχεδόν αυτούσιο  στις μέρες μας.  Παρότι κρατά τον βασικό μύθο, υπάρχουν ενδιαφέρουσες αποκλίσεις που εξηγούνται τόσο από την μεταγραφή της επικής αφήγησης στην δραματική παράδοση, όσο και από τις ίδιες τις συμβάσεις του είδους «σατυρικό δράμα». Για το οποίο ελάχιστα γνωρίζουμε, πράγμα που δημιουργεί αμηχανία στον σκηνοθέτη που θα αναλάβει το δύσκολο έργο να το αναβιώσει και μάλιστα να το ανεβάσει μόνο του, γιατί είναι μικρό σε έκταση (η επικρατέστερη θεωρία είναι πως ήταν ένα είδος διαλείμματος ανάμεσα στην δεύτερη και την τρίτη τραγωδία).

         Αν δεν είναι ένα χαρίεν σκηνικό παιχνίδι –που μάλλον δεν είναι- γιατί ο μέγας Ευριπίδης έγραψε τον «Κύκλωπα»; Λέγεται πως είχε στο στόχαστρο τον σοφιστή Καλλικλή και τις απόψεις του για την «κατά φύσιν ζωή». Ίσως όμως να θυμόταν επίσης, μέσα στα κωμικά βεγγαλικά, την άλλη γραμμή που είχε σύρει ο ίδιος στις «Τρωάδες», αυτήν που λέει πως για τα πάθια τους οι Έλληνες ήταν οι ίδιοι υπεύθυνοι γιατί επέδειξαν ύβριν με την αγριότητα που μεταχειρίστηκαν τους Τρώες και άγρια μοίρα τους περιμένει μέχρι τον αφανισμό. Όπως και να ‘χει ο Κύκλωπας αυτός είναι εξαιρετικά ευριπίδειος: ζαβολιάρης, χαριτωμένος φαγάς μεν αλλά  με διάθεση επιχειρηματολογούντος διανοουμένου, εξηγεί τι πρόκειται να κάνει στον Οδυσσέα και τους συντρόφους του.

 

«αὐτόν τε ναύτας τ᾽ ἀπολέσητ᾽ Ὀδυσσέα ὑπ᾽ ἀνδρὸς ᾧ θεῶν οὐδὲν ἢ βροτῶν μέλει».

 

         Ο Παπαβασιλείου βρέθηκε μπροστά σε διλήμματα αλλά δεν υποχώρησε, γιατί, όπως φαίνεται, το έργο τον ιντριγκάρισε πολύ. Το διάβασε, με ελιτίστικη διάθεση είναι αλήθεια,  ως μια πιθανή μεταφορά της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας. Δημιούργησε ένα ευφάνταστο, χυμώδες πανηγύρι, με μια διαρκή ροή ανεξάντλητων ευρημάτων. Πλην, αυτό ακριβώς που ήταν το δυνατό σημείο της παράστασης, απέβη τελικώς η αδυναμία της. Βούλιαξε μέσα σε ευρήματα που δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν και να εξηγηθούν με σαφήνεια.

         Με βασική άποψη πως πρέπει να αποδοθούν ευθύνες σε όλους –όχι ισόποσα αλλά πάντως να γίνει αποδεκτό ότι όλοι βάλαμε το χεράκι μας για τη σημερινή κατάσταση, όχι μόνο για την οικονομική κρίση αλλά, μάλλον κυρίως, για την πνευματική αποτελμάτωση και την ηθική έκπτωση- ο Παπαβασιλείου, σε ένα θέατρο εν θεάτρω που κρατά σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, βάζει μια ομάδα … αδίστακτων εμποράκων της ιστορικής μνήμης, εμπόρων τουριστικών ειδών στο Μοναστηράκι, έτοιμων να ξεπουλήσουν τα «πάντα όλα» και όσο – όσο (όταν η σχέση με την ιστορία έχει διαρραγεί τραυματικά και απότομα, τα αρχαία μνημεία γίνονται εύκολα «μάρμαρα προς πώληση»)  να αποφασίζει να ανεβάσει τον «Κύκλωπα», που τυχαία εις εξ αυτών, ο αρχηγός τους και πολλά υποσχόμενος ως πολιτικός κάπηλος και αρχαιοκάπηλος,  έχει το αρχαίο χειρόγραφο. Γιατί να έρχονται στην Επίδαυρο, γιατί να παίζουν θέατρο και γιατί αυτό το έργο συγκεκριμένα, δεν εξηγείται. Πρωτότυπη η σύνδεση του Οδυσσέα με τον χολυγουντιανό ήρωα Τζακ Σπάροου από τους «Πειρατές της Καραϊβικής» και πράγματι η πειρατεία για τους αρχαίους Έλληνες ήταν μια καθόλα αποδεκτή οικονομική δραστηριότητα, αλλά πέρα από αυτό, πού συναντώνται οι δύο αυτοί και γιατί;  Και θα μπορούσε κανείς να συνεχίσει την απαρίθμηση ευρημάτων με απορίες, που το καθένα μόνο του δείχνει την καταιγιστική φαντασία του σκηνοθέτη αλλά όλα μαζί θυμίζουν το στίχο του Σεφέρη για την τέχνη που στολισμένη υπερβολικά «φαγώθηκε απ’ τα πολλά μαλάματα το πρόσωπό της».

         Ο Δημήτρης Πιατάς έφερε την πολυδουλεμένη και στέρεη μανιέρα του –πλην μανιέρα- , ο Νίκος Χατζόπουλος λίγο αμήχανα υπερκόμψευσε τον Σιληνό, ο Νίκος Καραθάνος, χωρίς να είναι πολύ σίγουρος προς τα πού να γείρει στην αρχή, βρήκε τελικά μια καλή ισορροπία κι έτσι μιμούμενος μια στάλα, συνειδητά και επεξεργασμένα, τον Τζόνυ Ντεπ, αντιπαράβαλε αμέσως μετά τους δικούς του εκφραστικούς τρόπους.  Την κίνηση του –διπλού Σατύρν τε και συντρόφων- Χορού επιμελήθηκαν οι Sinequanon («Νύχτα του Τράγου», «Μυστικός Δείπνος») αναζητώντας το καρναβαλικό στοιχείο από μιαν άλλη πλευρά. Ομολογώ ότι, μολονότι η κίνηση ήταν συνεχής και ιλιγγιώδης, σε σημείο που ένιωθες την ανάγκη μιας παύσης, μιας σιωπής των σωμάτων, παρόλαυτά  σπάνια τα μέλη ενός Χορού είχαν τόσο διακριτές παρουσίες. Υπηρέτησαν το Χορό μερικοί από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς μας: Γιαννακάκος,  Δήμου,  Ζερβός, Καραμπούλας,  Κοράκης,  Κότσιφας, Μαλκότσης,  Μπούρας,  Οικονόμου,  Σαπουντζής, Σαράντης, Συμεωνίδης, Τζωρτζάκης, Τριανταφύλλου, Τσακομίδης, Τσουρής,  Χανακούλας. Δυναμική μουσική επένδυση από τον Δημήτρη Καμαρωτό. Η Ελευθερία Ντεκώ είναι πολύ ταλαντούχα καλλιτέχνις των φωτισμών αλλά εδώ της ξέφυγαν οι εντάσεις και οι φωτισμοί είχαν στατικότητα. Το λυόμενο σκηνικό –πίνακες τοπίων που μιμούνταν επιτυχώς την άτεχνη, κιτς  τοπιογραφία των πινάκων που πουλιούνται στις λαϊκές- και το οποίο έτσι όπως αποδομήθηκε και μεταφέρθηκε στα χέρια θυμίζοντας το ξεπούλημα της χώρας –γη και ιστορία. Το σύμβολο ήταν ευκολονόητο και δεν χρειαζόταν το ενδεικτικό πωλητήριο σε κάθε τμήμα που μετέφερε τα χέρια ο Χορός.

ΕΠΟΧΗ, 1.9.2013

 

 

 

 


[1] Μτφρ. των στίχων που χρησιμοποιήθηκαν ως μεσότιτλοι α. γρήγορα από το αναίσχυντο λαρύγγι του θα ξεράσει τις σάρκες β. τίποτ’ άλλο δεν μένει παρά να κάψουμε του Κύκλωπα το μάτι γ. ο Οδυσσέας κι οι σύντροφοί του θα χαθούν από κάποιον που δεν σέβεται μήτε θεούς μήτε ανθρώπους.

Advertisements