Παραμονές της έναρξης της νέας σχολικής χρονιάς και τη μέρα που ανακοινώθηκαν οι βάσεις διάλεξε η κυβέρνηση για να καταθέσει το νομοσχέδιο για το Λύκειο. Έλλειψη  ελάχιστου σεβασμού απέναντι τους μαθητές και τις οικογένειές τους, αψυχολόγητη κίνηση, πλην ακριβώς γι’ αυτό χρήσιμη. Όπως και στο «Σχέδιο Αθηνά», έτσι και τώρα το προτεινόμενο πρόγραμμα έγινε «λάστιχο» και άλλαξε αρκετές φορές κάτω από τις πιέσεις  που δέχτηκε η κυβέρνηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το μάθημα των εικαστικών και η πληροφορική που βγήκαν και ξαναμπήκαν με ωράριο που μόνο θυμηδία μπορεί να προκαλέσει.

         Δεν χρειάζεται να καταφύγει κανείς σε  επαναστατικές παιδαγωγικές θεωρίες για να καταλάβει πού το πάει το νέο νομοσχέδιο για την παιδεία, η πρόταση του Υπουργείου για την οργάνωση του Λυκείου. H ταξικότητα και η πρόθεση αποκλεισμού διαλάμπουν. Τα τελευταία 30 χρόνια το Λύκειο γίνεται όλο και πιο ανούσιο για το μαθητή, όλο και πιο ταξικό για την κοινωνία. Ωστόσο σ’ αυτό το νομοσχέδιο έχουμε για πρώτη φορά μια τόσο σαφή εικόνα του μοντέλου του πολίτη που οραματίζεται η μνημονιακή ελίτ: επιχειρείται το σμίλεμα ενός νέου ανθρωπολογικού τύπου, ενός ανθρώπου χωρίς ιστορική μνήμη, εργασιακού νομάδα, χωρίς σταθερές κοινωνικές σχέσεις και δίκτυα αναφοράς και προστασίας.

         Κατ’ αρχάς μια διαπίστωση, η ίδια εδώ και τόσα χρόνια: ξεκινάμε πάλι από το ρετιρέ. Προφανώς γιατί εδώ το οικονομικό και πολιτικό διακύβευμα είναι ισχυρότερο. Ωστόσο ένα εκπαιδευτικό σύστημα χτίζεται από κάτω προς τα πάνω, από τους παιδικούς σταθμούς και τα νηπιαγωγεία. Αλλιώς κάθε φορά απλώς προσθέτεις τούβλα και μαλάματα σε ένα σπίτι χωρίς σχέδιο.

       Το βασικό στοιχείο του Λυκείου εδώ είναι οι εξετάσεις. Περισσότερες και δυσκολότερες. Τρομακτικές και για το μαθητή, αλλά ακόμα και για το δάσκαλο, που βλέπει το παιδαγωγικό του έργο να κουρελιάζεται και να καταρρέει σε ξεφτίδια, αφού όλα υποτάσσονται  στο βωμό των εξετάσεων (ποτέ το Λύκειο δεν ήταν τόσο προσανατολισμένο στην τριτοβάθμια, η εισαγωγή στην οποία γίνεται όλο και πιο δύσκολη). Και μάλιστα εξετάσεις κατά 50% με θέματα από τράπεζα θεμάτων διαβαθμισμένης δυσκολίας και για τα Γενικά και για τα Τεχνολογικά Λύκεια. Σε σαράντα και βάλε μαθήματα από την Α΄ μέχρι την Γ΄ Λυκείου και τις εισαγωγικές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

         Δίνοντας  ιδιαίτερο βάρος στη γλώσσα και τα μαθηματικά, στο απολυτήριο έχουν ιδιαίτερο βαθμολογικό βάρος,  φαίνεται να στηρίζεται σε μια πεπαλαιωμένη παιδαγωγικά, απαξιωμένη εδώ και χρόνια από την ψυχολογία και τις επιστήμες της αγωγής, αριστοκρατική τουλάχιστον, αντίληψη για την νόηση που μετρά το λεγόμενο ΙQ με βάση τις μαθηματικές και γλωσσικές ικανότητες, αξιολογημένες με ένα συγκεκριμένο τρόπο.

         Η κατακερματισμένη γνώση με πληθώρα αντικειμένων που  δεν συνδέονται μεταξύ τους δημιουργούν την εντύπωση στεγανών μεταξύ των επιστημών. Αυτό αποβαίνει  ιδιαίτερα επικίνδυνο για την ίδια την αντίληψη της επιστήμης: δεν φαίνεται η αναγκαιότητα της συνεργασίας των επιστημών, δεν συζητείται ποτέ η ηθική της επιστήμης, η σχέση των επιστημονικών συμπερασμάτων με την κοινωνία. Ο μαθητής αποκτά την αντίληψη μιας πανίσχυρης επιστήμης στα όποια πορίσματα της οποίας οφείλει να υποτάσσεται άκριτα.

         Το σχολείο των εξετάσεων έτσι  γίνεται απωθητικό, αγχωτικό, απαγορευτικό στην παραμικρή εκδίπλωση των πραγματικών ικανοτήτων του μαθητή –συνέβαινε ήδη, θα ενταθεί ακόμα πιο πολύ. Γίνεται μια αποκλειστική μέγγενη για τα παιδιά από υποβαθμισμένες περιοχές, από χαμηλά εισοδήματα, από δύσκολες οικογενειακές συνθήκες, για παιδιά με μαθησιακά προβλήματα

         Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι τα χαμηλά οικονομικά στρώματα δεν μπορούν να προσφέρουν πρόσθετη ιδιωτική διδακτική στήριξη. Φυσικά είναι ντροπή και να μιλάμε ακόμα  για κάτι τέτοιο ως κατάσταση, δεν θα έπρεπε το σχολείο να επιτρέπει τη γέννηση τέτοιων αναγκών, θα έπρεπε να τις λύνει το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα, ωστόσο, όσο περισσότερες εξετάσεις, τόσο πιο λαμπρό πεδίο κέρδους  για τα φροντιστήρια.  Το πρόβλημα είναι επίσης ότι η ανέχεια συνοδεύεται και από πολιτιστικά στερημένο περιβάλλον, άρα η σύγκριση με κοινωνικά στρώματα που προσφέρουν στα παιδιά συν τοις άλλοις και διαρκείς μορφωτικές ευκαιρίες (αλλά και μια – έστω κάποια- βεβαιότητα για το επαγγελματικό  μέλλον) είναι –πλέον- καταλυτική.

         Όμως, υπάρχει κάτι ακόμα πολύ σοβαρό: οι συνεχείς εξετάσεις εθίζουν τον έφηβο σε ένα μοντέλο δουλειάς, σκέψης και δράσης πολύ περισσότερο, που στηρίζεται στην ποσοτικοποίηση, στο μίζερο μέτρημα, στον έλεγχο και το φόβο, την τιμωρία και την απόρριψη.

         Οι στατιστικές δείχνουν μεγάλα ποσοστά διαρροής από το Λύκειο, ειδικά στα χαμηλά οικονομικά στρώματα και σε παιδιά μεταναστών. Τα αποτελέσματα είναι προφανή: γενιές λειτουργικά αναλφάβητων πολιτών που  εγκαταλείπουν το σχολείο με το πέρας της υποχρεωτικής εκπαίδευσης ή κοντά σ’ αυτό. Πολιτών εύκολα χειραγωγούμενων. Εθισμένων στον στείρο έλεγχο, στο φόβο για τον φόβο. Στην άκαμπτη ιεραρχία των βαθμών και της αποτυχίας.  Οι στατιστικές δείχνουν επίσης ότι τα ποσοστά σοβαρής παραβατικότητας και χρήσης σκληρών ναρκωτικών είναι μεγαλύτερα στους πληθυσμούς των νέων που έχουν εγκαταλείψει νωρίς το σχολείο.

         Με την εντεινόμενη ανεργία και την εργασιακή ανασφάλεια –το απέδειξε για άλλη μια φορά η φετινή επιλογή σχολών που θα μπορούσαν οριακά να έχουν επαγγελματικό μέλλον-  χάνονται οριστικά τα κίνητρα. Και επειδή τίποτε δεν είναι τυχαίο, το σχέδιο είναι σφιχτό και καλοδουλεμένο στις λεπτομέρειές του, αν δούμε ότι  η πρόταση  για το Λύκειο συμπίπτει χρονικά με την περίοδο που συζητείται το θέμα των πλειστηριασμών, ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα προκύπτει:  χωρίς σπίτι –άρα χωρίς δέσιμο με συγκεκριμένο τόπο, όπου δημιουργούνται δεσμοί και συλλογικότητες- , χωρίς μόνιμη εργασία και χωρίς προσόντα, χωρίς το πιο δυνατό χαρτί της εκπαίδευσης, το απολυτήριο του Λυκείου, πάνω στο οποίο στηρίζονται οι μετέπειτα μορφωτικές και επαγγελματικές εξελίξεις,  ένας ολοένα διογκούμενος αριθμός νέων εργαζομένων θα τριγυρνάει δώθε –κείθε όπου υπάρχει δουλειά και με όποιες συνθήκες και εργασιακές σχέσεις. Έτσι «δένει» ωραία η πρόταση του νομοσχεδίου για το έτος μαθητείας  στα τεχνολογικά λύκεια,  που απορροφούν νέους από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, όπου ο νέος αποκτά μονάδες προσόντων μετά από ένα χρόνο απλήρωτης εργασίας, δήθεν μαθητείας σε εργασιακούς χώρους, που θα του δίνει μια πιστοποίηση ειδικότητας (αρχίζει να φαίνεται πια η σημασία του πανίσχυρου ΕΟΠΠΕΠ –Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων-που συστήθηκε πέρυσι). Η μαθητεία αυτή μπορεί να γίνει και σε επιχειρήσεις του εξωτερικού –ήδη ακούγεται ότι η Γερμανία έχει ζητήσει τέτοιο προσωπικό. Ο Φούχτελ δεν ήρθε τυχαία.

         Το απαράδεκτο –ηθικά, κοινωνικά, πολιτικά-  φαινόμενο της ανήλικης εργασίας επιστρέφει. Χωρίς γνώσεις, με δεξιότητες και εξειδικεύσεις ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής,  με βασική δεξιότητα να δέχεται να αποκτά δεξιότητες και όχι ικανότητες,  χωρίς συνείδηση εργασιακών δικαιωμάτων, μέσα στην επισφάλεια, μοχλός πίεσης και εκβιασμός για τους ενήλικες εργαζόμενους, επιχειρείται να δημιουργηθεί  μια γενιά ανθρώπων που θα θεωρεί δεδομένα και αποδεκτά  αυτές τις συνθήκες εργασίας και ύπαρξης  και αυτήν την κοινωνία, άρα οι όροι για κινητοποιήσεις, αγώνες και διεκδικήσεις (επιτέλους!) εξαφανίζονται.

ΕΠΟΧΗ, 1.9.2013

Advertisements