Μια συνέντευξη με το Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο

με αφορμή τη νέα εκδοχή του «Κοινού Λόγου»

της Έλλης Παπαδημητρίου

που ανεβάζει στο Φεστιβάλ Αθηνών

Στον  Κοινό Λόγο  της Έλλης Παπαδημητρίου επιστρέφει για τρίτη φορά ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. Μέσα από μαρτυρίες γυναικών από την Μικρασία και τον Πόντο που βίωσαν τον ιδιότυπο ρατσισμό που τους επέβαλε η ελληνική κοινωνία, όταν έφτασαν ξέπνοοι και κυνηγημένοι στην Ελλάδα των πρώτων δεκαετιών του 20ου αι. ο ανήσυχος σκηνοθέτης μελετά και ζητά απαντήσεις στα αντίστοιχα σύγχρονα φαινόμενα. Πώς συμπεριφέρεται η ελληνική κοινωνία σήμερα στον ξένο; Γιατί αυτή η εχθρότητα στο μετανάστη; Ενώ, παράλληλα, αναζητά στοιχεία της ελληνικής ταυτότητας όπως διαμορφώνονται από παλιότερα και περισσότερο σύγχρονα τραυματικά ιστορικά γεγονότα. Η παράσταση έρχεται με ανανεωμένη ματιά και νέα διανομή. Όσοι είχαμε δει την προηγούμενη εκδοχή  θυμόμαστε ακόμη την βαθιά συγκίνηση που μας είχε προκαλέσει, τη λιτότητα και ευστοχία της προσέγγισης αυτών των μαρτυριών που μεταφέρουν με απλότητα και παραστατικότητα το ιστορικό βίωμα μιας περιόδου και μιας υπαρξιακής κατάστασης. Γι’ αυτό και δικαιούμαστε να πούμε ότι περιμένουμε με χαρά και ανυπομονησία την νέα παράσταση

 θεοδωρόπουλος

Kύριε Θεοδωρόπουλε, επιστρέφετε και πάλι στον «Κοινό Λόγο». Τι ψάχνετε μέσα σ’ αυτές τις σπαρακτικές και έμπλεες ιστορικής εμπειρίας αφηγήσεις και επιχειρείτε 16 χρόνια μετά μια νέα ανάγνωση;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος (Β.Θ.)Η σχέση μου με τον «Κοινό Λόγο» ξεκινάει το 1974.  Σπουδαστής τότε της δραματικής σχολής του Ωδείου Αθηνών, δούλεψα ένα φεγγάρι στις Εκδόσεις Κέδρος. Είχα την τύχη να γνωρίσω εκεί μερικούς από τους σπουδαιότερους Έλληνες λογοτέχνες –Ρίτσο, Τσίρκα, Λειβαδίτη, Καββαδία– και φυσικά την Έλλη Παπαδημητρίου, έναν άνθρωπο αυστηρό, με ισχυρή προσωπικότητα. Ήταν η εποχή που διαμορφωνόμουν σαν άνθρωπος, προσπαθούσα να καταλάβω πραγματικά την Ελλάδα, και η Έλλη ήταν κάτι σαν μέντοράς μου.

Έκανα τον «Κοινό Λόγο»  εναρκτήρια παράσταση του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, στην αυλή της ζυθαποθήκης του ΦΙΞ, πριν ακόμα διαμορφώσουμε το θέατρο, το 1997, περίοδο με τους πολέμους στα Βαλκάνια, δίπλα μας, και  τις προσφυγιές εκείνης της εποχής. Την  ίδια παράσταση την επαναλάβαμε το 2004, γιατί μας ζητήσανε να την παρουσιάσουμε στην  Κύπρο και στην Τουρκία. Σήμερα το θέμα του πρόσφυγα και του μετανάστη είναι πάλι επίκαιρο, το ζούμε καθημερινά με ένταση και αγριότητα. Ένα σοβαρό ποσοστό συμπατριωτών μας αντιμετωπίζει τον ξένο, πρόσφυγα ή μετανάστη, με μεγάλη εχθρότητα. Και δυστυχώς δεν πρόκειται μόνο για τους ψηφοφόρους ή τους φίλα προσκείμενους στη Χρυσή Αυγή. Αλλά τι να λέμε τώρα! Εδώ η ελληνική κοινωνία αντιμετώπισε με εχθρότητα τα κύματα Ελλήνων προσφύγων που ήρθαν από το ’22 και μετά, από την Μικρασία, την Ανατολή και τον Πόντο. Που ήταν Έλληνες, ομοαίματοι αδελφοί!

Σήμερα η Ελλάδα γίνεται και πάλι χώρα μεταναστών. Μεγάλος αριθμός ειδικά νέων αναζητούν δουλειά στο εξωτερικό. Βέβαια δεν βλέπουμε το θέμα όπως τότε, το ’20 ή το ’50, γιατί δεν μας αρέσει από μικροαστισμό να λέμε πως ένας επιστήμονας είναι μετανάστης. Μετανάστης είναι ο  Πακιστανός με το καροτσάκι. Ενώ το δικό μας παιδί έχει σπουδάσει .

Δηλαδή επανέρχεστε σε κείμενα που μιλούν για την προσφυγιά των Ελλήνων αφορμώμενος από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στη χώρα μας οι σύγχρονοι μετανάστες;

Β.Θ.: Είναι ένα από τα θέματα που με απασχολούν. Βρήκαμε αρκετές αφηγήσεις που μιλούν για το πώς υποδεχτήκανε οι Έλληνες τους Μικρασιάτες πρόσφυγες. Μιλώντας για την προσφυγιά των Ελλήνων κάνουμε κριτική στην ελληνική κοινωνία για τον τρόπο που φέρεται στον ξένο. Φυσικά οι αφηγήσεις αυτές, όπου η Ιστορία (πόλεμοι, πείνες, ξεριζωμοί, διώξεις) σαρώνει τις ζωές των ανθρώπων, μιλούν και για όλα τα μικρά και μεγάλα που φτιάχνουν το πέρασμα του ανθρώπου από αυτό τον κόσμο. Για μένα τα κείμενα αυτά είναι από τα σπουδαιότερα της ελληνικής λογοτεχνίας, γιατί θεωρώ την αφήγηση λογοτεχνία.

Ποιες είναι οι διαφορές της νέας εκδοχής του «Κοινού Λόγου» από την παράσταση που είχαμε δει παλιότερα;

Β.Θ.:  Κάποια κείμενα αντικαταστάθηκαν από άλλα, που κρίναμε ότι συνομιλούν πιο άμεσα με το σήμερα. Προσθέσαμε κι ένα κομμάτι για τον Πόντο, κάτι που έλειπε από την προηγούμενη παράσταση, γιατί συνήθως ταυτίζουμε τη Μικρασιατική Καταστροφή με τη Σμύρνη και τα παράλια, ενώ Έλληνες υπήρχαν σε όλη τη Μικρά Ασία, Πόντο, Καππαδοκία, Ανατολή. Μιάμιση μόνο σελίδα είναι η συγκλονιστική μαρτυρία μιας γυναίκας, μέσα από την οποία περνά μπροστά απ’ τα μάτια μας η τραγική ιστορία  των Ποντίων, με όλες τις σφαγές, τις εξορίες και τους διωγμούς. Είναι αδιανόητο να καπηλεύεται η Χ.Α. την υπόθεση των Ποντίων και οι άλλοι να θεωρούνται εθνικοί μειοδότες. Η Χ. Α. ανακάλυψε τους Πόντιους και τη Γενοκτονία γιατί πρέπει να είμαστε εχθροί με τους Τούρκους. Είναι οι άνθρωποι που ομνύουν στο όνομα του Χίτλερ. Τους θεωρώ ανθέλληνες. Δεν σέβονται την ιστορία, τους ανθρώπους αυτού του τόπου και τους ανθρώπους που φιλοξενεί η χώρα μας. Είναι μια στάση αντιπατριωτική. Όταν ταυτίζεσαι με τον Χίτλερ και τους ναζί κατακτητές, που  κατέστρεψαν, έκλεψαν και δολοφόνησαν, θα έπρεπε να κρύβεσαι κάτω από τη γη.

Γιατί, κατά τη γνώμη σας, φασιστικές, και ακόμα πιο ανατριχιαστικό ναζιστικές, ιδέες διαδίδονται τόσο στην ελληνική κοινωνία;

Β.Θ. Η  οικονομική κρίση φέρνει φτώχια και εξαθλίωση, και αυτό, σε συνδυασμό με την αμάθεια (και πολλά άλλα, είναι σύνθετο το φαινόμενο), οδηγεί τους ανθρώπους σε τέτοιες ιδεολογίες. Δε συμβαίνει πρώτη φορά αυτό στην ιστορία. Παίζει ρόλο όμως και κάτι ακόμα, που δεν είναι πολιτικό και ιδεολογικό: ο άνθρωπος είναι πολύ άγριο ζώο. Η πιο δύσκολη άσκηση στη ζωή μας, μιλώ και για τον εαυτό μου, είναι να τιθασεύσουμε αυτήν την πλευρά. Αυτό προσφέρει η παιδεία και η τέχνη, είναι μια άσκηση και ένας δρόμος για το καλό.

Όμως παιδεία και πολιτισμός δεν ενδιαφέρον ουσιαστικά το ελληνικό κράτος…

Όσο δύσκολα κι αν είναι τα πράγματα, ένα κράτος πρέπει να φροντίζει την υγεία, την παιδεία και τον πολιτισμό. Αυτή είναι μια παγίδα και για την Αριστερά, που, ενώ ο πολιτισμός είναι το προνομιακό της πεδίο, παγιδεύεται στη λογική των αριθμών, που είναι η κατεξοχήν ατζέντα της κυβέρνησης. Χρήματα υπάρχουν (για εκεί που θέλουν). Δείτε τα κονδύλια που ξοδεύονται στο νομό Ηλείας όπου πολιτεύεται ο υπουργός πολιτισμού κ. Τζαβάρας…  Για να γίνω σαφής και να μην παρεξηγηθώ: Η έλλειψη χρημάτων οδηγεί το θέατρο στην καλλιτεχνική φτώχεια και τον ερασιτεχνισμό. Μ’ αρέσει το λιτό θέατρο, αλλά ως καλλιτεχνική επιλογή, όχι ως μονόδρομος. Για μας εδώ στο Θ.Ν.Κ. η προσεκτική επιλογή των έργων αλλά και οι σχέσεις μέσα στις οποίες δουλεύουμε είναι τόσο καλλιτεχνική όσο και πολιτική επιλογή. Μας ενδιαφέρει να  μοιραζόμαστε τα πράγματα με τους άλλους, να απλωνόμαστε μέσα στην κοινωνία με διάφορους τρόπους. Η αλληλεγγύη είναι μέρος της δουλειάς μας. Μειώσαμε τις τιμές των εισιτηρίων, και ιδιαίτερα των ανέργων. Δεν είμαι υπέρ της δωρεάν εισόδου στο θέατρο. Δεν δημιουργεί συνειδητούς θεατές. Ο κόσμος πρέπει να γνωρίζει ότι το ανέβασμα μιας παράστασης έχει κόπο και κόστος. Πρέπει κι εμείς οι άνθρωποι του θεάτρου να ζούμε από τη δουλειά μας, όπως ο κάθε εργαζόμενος. Χρειαζόμαστε την επιχορήγηση της πολιτείας (που δεν την έχουμε), αλλά μεγάλο μέρος των εξόδων μιας παράστασης πρέπει να καλύπτεται από τα εισιτήρια. Να πληρώνονται οι ηθοποιοί, των οποίων οι μισθοί έχουν πέσει τραγικά, τα ένσημά τους, τα σκηνικά, τα κοστούμια κλπ. 

Η διανομή έχει αλλάξει σ’ αυτή την εκδοχή;

Β.Θ. Ναι, από την παλιά διανομή έχει μείνει μόνο η Μαρία Κατσανδρή. Παίζουν η Λυδία Κονιόρδου, η Ελένη Κοκκίδου, η Ελένη Ουζουνίδου, που έχει αναλάβει το ποντιακό κομμάτι,  και η Τάνια Παλαιολόγου  με το ακορντεόν της. Ήθελα να είναι νέοι συνεργάτες, για να μην εγκλωβιστώ στην προηγούμενη παράσταση, επειδή δεν πρόκειται για επανάληψη.   Όπως λέγαμε και πριν, πολλά έχουν αλλάξει στην κοινωνία τα 16 χρόνια που μεσολάβησαν – το ’97 η προσφυγιά ήταν γύρω μας, τώρα είναι μέσα στο σπίτι μας. Ούτε κι εγώ είμαι ακριβώς ο ίδιος. Ο «Κοινός Λόγος» ήταν από τις πρώτες παραστάσεις που χρησιμοποιούσαν την αφήγηση ως δραματικό υλικό. Τώρα πια έχει δουλευτεί πολύ η σκηνική παρουσίαση του αφηγηματικού λόγου. Η αλληλεπίδραση είναι φυσική διαδικασία στο θέατρο, σε όλες τις τέχνες. Η αισθητική αλλάζει μέσα στο χρόνο. Άλλωστε αυτή είναι η γοητεία του θεάτρου, είναι ζωντανό, εξελίσσεται…

Στις περισσότερες δουλειές σας η γυναικεία ματιά και ευαισθησία, ο τρόπος που βιώνει τα πράγματα μια γυναίκα φαίνεται να σας ενδιαφέρει όλως ιδιαιτέρως…

Οι γυναίκες με ενδιαφέρουν πιο πολύ από τους ήρωες της πρώτης γραμμής. Στέκονταν στα μετόπισθεν με θέληση και δύναμη και υπέμεναν όσα συνέβαιναν στον τόπο και στο σπίτι τους και στήριζαν το σπιτικό τους, τη γειτονιά τους. Εδώ νιώθω ένα μήνυμα αισιοδοξίας και αξιοπρέπειας, την αστείρευτη θέληση για ζωή, που βαραίνουν πολύ στην επιλογή μου.

Γενικά έχετε μια αισιοδοξία, ακόμα και στα πιο σκοτεινά έργα που ανεβάζετε υπάρχουν νότες χιούμορ και διάθεσης να δείτε και να δείξετε  την διέξοδο…

Χρειαζόμαστε το χιούμορ, την ευλογία της εναλλαγής που μας χαρακτηρίζει και σαν Έλληνες από το μοιρολόι στο τραγούδι και το χορό. Το αλλοπρόσαλλο που έχει να κάνει με τον τόπο μας: λιακάδα, βροχή και πάλι λιακάδα.  Το είχε πει ωραία ο Μαστρογιάννι, όταν  έκανε τα γυρίσματα με τον Αγγελόπουλο το είχε πει: έχει λιακάδα, ξαφνικά πιάνει βροχή, μπαίνεις σ’ ένα καφενείο να φυλαχτείς, παραγγέλνεις ένα ούζο, μέχρι να το πιεις τέλειωσε η βροχή και πάλι λιακάδα, αλλοπρόσαλλο και όμορφο. Εγώ γι’ αυτό αγαπάω αυτόν τον τόπο.

 Εποχή, 23.6.2013

Advertisements