Πριν από μερικά χρόνια ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ανέβασε για δεύτερη φορά τον «Κοινό Λόγο» της Έλλης Παπαδημητρίου αφήνοντας πραγματικούς ανθρώπους να μιλήσουν για τα βιώματα της προσφυγιάς και του εμφυλίου. Την ίδια ιδέα είχε και ο Γιάννης Καλαβριανός, που, όμως, στηρίχτηκε σε υλικό που συγκέντρωσε ο ίδιος και οι συνεργάτες του, η ομάδα Sforaris. Έτσι με κέντρο το πολύ ανθρώπινο συναίσθημα της ανάγκης για ευτυχία, έστησε μια παράσταση όπου διαλέγονται δυναμικά και τρυφερά το ατομικό με το κοινωνικό, το πραγματικό με την αναπαράστασή του, το ιστορικό και η εγκύστωσή του μέσα στο χρόνο μιας παράστασης που ακινητοποιεί προς στιγμήν τη ροή για να στραγγίξει από αυτήν γεύσεις εντυπώσεων, αισθημάτων και επιθυμιών. Και όλα αυτά με σεβασμό και νοσταλγία, σαν το νοτισμένο ξεφύλλισμα παλιών φωτογραφικών άλμπουμ, μέσα στα οποία με δυσκολία ξεχωρίζουμε και αναγνωρίζουμε πια τα πρόσωπα. Κι όμως, αυτά υπήρξαν κι έπαιξαν το μικρό ή μεγάλο τους ρόλο στην ιστορία. Αν κάποιο από αυτά έλειπε, κανείς δεν ξέρει πως θα ήταν ο κόσμος, για να θυμηθούμε και εκείνη την παλιά όμορφη ταινία του Φρανκ Κάρπα, την «Υπέροχη Ζωή», όπου ένας άγγελος, για να αποτρέψει τον Τζέιμς Στιούρτ από την αυτοκτονία, του δείχνει πως η ζωή θα ήταν σκληρή και άδεια για πολλούς, αν αυτός δεν είχε υπάρξει.
Καλή χρονιά, φίλες και φίλοι, συντρόφισσες και σύντροφοι! Για να έρθει το νέο, η ανατροπή που ονειρευόμαστε, πρέπει να γίνουμε δυνατοί για να αντέξουμε να αφήσουμε το παλιό, αυτό που μάθαμε, σ’ αυτό που συνηθίσαμε χρόνια τώρα, είναι η ταυτότητά μας και σχεδόν δεν βλέπουμε πια πόσο πάλιωσε, για να μην πει κανείς πως είναι πεθαμένο πια. Οι ανατροπές απαιτούν ρήξεις και οι ρήξεις δεν είναι εύκολες. Μας στερούν από βεβαιότητες που μας πήρε χρόνια να θεμελιώσουμε, μας εξαναγκάζουν να ξαναδούμε και να αναθεωρήσουμε τη θέση μας στον κόσμο και τη σχέση μας με τον κόσμο. Μας υποχρεώνουν να αφήσουμε πίσω μας εμμονές και φιλοδοξίες. Είναι θυσία αυτό, το γνωρίζουμε, αλλά μια θυσία απαραίτητη. Αλλιώς, απλώς μασκαρεύουμε το παλιό ντύνοντάς το με φανταχτερά στολίδια της μιας χρήσης. Δεν έχω, λοιπόν, άλλη ευχή παρά: να βρούμε το κουράγιο για να αναλάβουμε τις ρήξεις και να αντέξουμε να τις πάμε ως το τέλος.

Γιάννης Καλαβριανός

H πα­ρά­στα­σή σας μοιά­ζει με δρα­μα­το­ποιη­μέ­νο δο­κί­μιο προ­φο­ρι­κής ι­στο­ρίας. Από τον η­ρωι­κό, με­τα­φυ­σι­κό κό­σμο των πα­ρα­λο­γών της προ­η­γού­με­νης δου­λειάς σας, με­τα­κι­νη­θή­κα­τε στον κό­σμο των α­πλών αν­θρώ­πων που βιώ­νουν τραυ­μα­τι­κά την Ιστο­ρία και προ­σπα­θούν να ζή­σουν την α­το­μι­κή τους πε­ρί­πτω­ση με τις λι­γό­τε­ρες δυ­να­τές α­πώ­λειες. Τι σας έ­κα­νε να α­σχο­λη­θεί­τε με αυ­τό το θέ­μα; Ποιο εί­ναι το πραγ­μα­τι­κό θέ­μα της πα­ρά­στα­σης;
Γιάννης Καλαβριανός: Η αρ­χι­κή ι­δέα της πα­ρά­στα­σης γεν­νή­θη­κε τη μέ­ρα του θα­νά­του του παπ­πού μου, ό­ταν η οι­κο­γέ­νεια άρ­χι­σε να α­φη­γεί­ται ά­γνω­στες για μέ­να ι­στο­ρίες α­πό τη ζωή του. Εκεί συ­νει­δη­το­ποίη­σα, α­φε­νός, πό­σο λί­γα πράγ­μα­τα γνώ­ρι­ζα για τη νεό­τη­τά του και, α­φε­τέ­ρου, πως εί­χε ζή­σει α­πό κο­ντά ό­λα τα ι­στο­ρι­κά γε­γο­νό­τα που ε­γώ εί­χα δια­βά­σει σαν ση­μα­ντι­κά κε­φά­λαια του βι­βλίου της ι­στο­ρίας, με ο­ρό­ση­μο τον τορ­πι­λι­σμό της Έλλης, στον ο­ποίο ή­ταν πα­ρών και έ­χα­σε την α­κοή του. Αν προ­χω­ρού­σα­με ψυ­χα­να­λυ­τι­κά, μάλ­λον το πραγ­μα­τι­κό θέ­μα της πα­ρά­στα­σης εί­ναι τα ευ­χα­ρι­στώ και οι συ­γνώ­μες που δεν βρή­καν το δρό­μο να εκ­φρα­στούν.

Το αί­τη­μα της ευ­τυ­χίας -που υ­πάρ­χει στον τίτ­λο- εί­ναι έ­να μάλ­λον πα­ρα­με­λη­μέ­νο αί­τη­μα και η ευ­τυ­χία μια λέ­ξη σχε­δόν τα­μπού. Η κρί­ση ε­πα­νέ­φε­ρε ω­στό­σο με­ρι­κές τέ­τοιες ξε­χα­σμέ­νες έν­νοιες. Από τις 85 συ­νε­ντεύ­ξεις που πή­ρα­τε, κα­τα­λή­ξα­τε σε κά­ποιο συ­μπέ­ρα­σμα, τι ή­ταν ευ­τυ­χία για τις προ­η­γού­με­νες γε­νιές; Εμείς σή­με­ρα έ­χου­με κά­ποια ι­δέα για την ευ­τυ­χία και πό­σο δια­φέ­ρει α­πό αυ­τό που εί­δα­τε να δια­γρά­φε­ται στις συ­νε­ντεύ­ξεις;
Γιάννης Καλαβριανός: Με την κρί­ση των δο­μών οι άν­θρω­ποι α­ντα­να­κλα­στι­κά κοι­τά­ξα­με γύ­ρω μας για να α­να­κα­λύ­ψου­με στη­ρίγ­μα­τα και υ­λι­κά για να διορ­θώ­σου­με ό,τι έ­χει πλη­γεί. Έτσι, πα­ρό­λη τη δυ­σκο­λία μας, πο­λύς κό­σμος στη­ρί­ζει ε­θε­λο­ντι­κές ορ­γα­νώ­σεις, πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κά κι­νή­μα­τα, κέ­ντρα α­στέ­γων κ.λπ. Το θέ­α­τρο α­νέ­κα­θεν α­σχο­λού­ταν με τον κό­σμο των ι­δεών και α­πο­τε­λεί α­πό τη γέν­νη­σή του μια ευ­και­ρία για συ­νά­ντη­ση της κοι­νό­τη­τας και βίω­ση μιας κοι­νής ε­μπει­ρίας. Η ευ­τυ­χία εί­ναι έ­να μάλ­λον αρ­χέ­γο­νο συ­ναί­σθη­μα, μια συ­νι­στα­μέ­νη πολ­λών ε­πι­μέ­ρους αι­σθη­μά­των που δεν αλ­λά­ζει στο πέ­ρα­σμα δύο γε­νεών. Έτσι, οι παπ­πού­δες που συ­να­ντή­σα­με εί­χαν σχε­δόν την ί­δια ει­κό­να για αυ­τή ό­πως κι ε­μείς. Πε­ριέ­γρα­ψαν την ευ­τυ­χία μάλ­λον σαν ά­θροι­σμα στιγ­μών, πα­ρά σαν μια χρο­νι­κή πε­ρίο­δο και την α­να­ζή­τη­σαν στη συ­ντρι­πτι­κή τους πλειο­ψη­φία μα­ζί με κά­ποιον άλ­λον άν­θρω­πο. Μια εμ­φα­νής δια­φο­ρά των η­λι­κιω­μέ­νων ή­ταν πως με ε­ξαί­ρε­ση ε­νός, κα­νείς άλ­λος δεν α­να­φέρ­θη­κε στην ε­παγ­γελ­μα­τι­κή ε­πι­τυ­χία ως μέ­σο ε­πί­τευ­ξης της ευ­τυ­χίας.

Ήταν πο­λύ εν­δια­φέ­ρον ό­τι δια­λέ­ξα­τε ι­στο­ρίες χω­ρίς η­ρωι­σμούς και ε­ξάρ­σεις, κα­θη­με­ρι­νές και α­πλές. Θυ­μί­σα­τε τον πα­λιό ελ­λη­νι­κό κι­νη­μα­το­γρά­φο, μό­νο που ε­κεί­νος, πα­ρά το συ­ντη­ρη­τι­σμό του εν πολ­λοίς, ε­ξέ­φρα­σε μια ε­πο­χή. Σή­με­ρα φαί­νε­ται να υ­πάρ­χει μια δυ­στο­κία των ελ­λή­νων δρα­μα­τουρ­γών να α­φη­γη­θούν μια α­πλή έ­στω ι­στο­ρία που να μι­λά για την ε­πο­χή μας και τα προ­βλή­μα­τά της. Τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές οι πα­ρα­στά­σεις εί­ναι κα­λύ­τε­ρες α­πό τα έρ­γα. Αν συμ­φω­νεί­τε, μπο­ρεί­τε να αι­τιο­λο­γή­σε­τε το φαι­νό­με­νο;
Γιάννης Καλαβριανός: Στις συ­νε­ντεύ­ξεις που πή­ρα­με υ­πήρ­ξαν ι­στο­ρίες πραγ­μα­τι­κά ε­ντυ­πω­σια­κές. Μι­λή­σα­με με μια κυ­ρία που με­τά την εγ­χεί­ρι­ση αλ­λα­γής φύ­λου, εί­χε να δει τους δι­κούς της για 29 χρό­νια, α­φού αρ­νού­νταν πει­σμα­τι­κά να της μι­λή­σουν, ε­νώ μία άλ­λη, μό­λις α­πε­λευ­θε­ρώ­θη­κε α­πό το στρα­τό­πε­δο συ­γκέ­ντρω­σης, έ­γι­νε δα­σκά­λα γιό­γκα για να μπο­ρέ­σει να συ­νε­χί­σει τη ζωή της. Και μι­λά­με για 70 χρό­νια πριν! Ήταν α­πο­λύ­τως συ­νει­δη­τή α­πό­φα­ση να α­πο­φύ­γου­με α­νά­λο­γες ι­στο­ρίες, μια και υ­πήρ­χε ο κίν­δυ­νος να πέ­σου­με στην πε­ρι­πτω­σιο­λο­γία και να χα­θεί ο στό­χος, που έ­πρε­πε να εί­ναι σα­φής και κα­τα­νο­η­τός. Εί­ναι α­λή­θεια πως οι συγ­γρα­φείς τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, ι­δίως στις πρώ­τες α­πό­πει­ρες γρα­φής τους, στην προ­σπά­θειά τους να ερ­μη­νεύ­σουν τα φαι­νό­με­να και ζώ­ντας σε μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που βάλ­λε­ται α­πό κα­ται­γι­στι­κό ρυθ­μό πλη­ρο­φο­ριών, δυ­σκο­λεύο­νται να ε­στιά­σουν στο μι­κρό και να ερ­μη­νεύ­σουν α­πό ε­κεί το με­γά­λο. Σε αυ­τό νο­μί­ζω πως με βοή­θη­σαν οι πρώ­τες μου σπου­δές στην Ια­τρι­κή.

Από την παράσταση

Και στις δυο πα­ρα­στά­σεις σας με ε­ντυ­πω­σία­σε το ε­πί­πε­δο των ερ­μη­νειών. Ερμη­νείες κα­θα­ρές, ρε­α­λι­στι­κές, α­φο­πλι­στι­κές… Ένα θέ­α­τρο χει­ρο­ποίη­το με κέ­ντρο τον η­θο­ποιό. Η ο­μά­δα Sforaris έ­χει πια αρ­κε­τά χρό­νια θε­α­τρι­κής ζωής. Θα ή­θε­λα έ­να σχό­λιό σας πά­νω στον τρό­πο που βλέ­πε­τε το θέ­α­τρο, τό­σο ε­σείς προ­σω­πι­κά ό­σο και ως ο­μά­δα.
Γιάννης Καλαβριανός: Βα­σι­κό μέ­λη­μα μου, ό­ταν ξε­κι­νούν οι πρό­βες, εί­ναι να ε­γκα­τα­στα­θεί έ­να κλί­μα διαρ­κούς φρο­ντί­δας του ε­νός προς τον άλ­λον και αυ­τό εί­ναι και το πιο δύ­σκο­λο ση­μείο της δου­λειάς. Η ε­πι­λο­γή των η­θο­ποιών, πέ­ρα α­πό το πό­σο ι­κα­νοί φαί­νο­νται για τα συ­γκε­κρι­μέ­να πράγ­μα­τα, θα πρέ­πει να εί­ναι έ­τσι εκ­παι­δευ­μέ­νοι ώ­στε να α­πο­βάλ­λουν ό­λα τα κα­τά­λοι­πα των «πρω­τα­γω­νι­στών» που ε­ξέ­θρε­ψαν οι ο­ρι­σμέ­νες δρα­μα­τι­κές σχο­λές και η ι­διω­τι­κή τη­λεό­ρα­ση και να εί­ναι πρό­θυ­μοι να μι­λή­σουν οι ί­διοι και ό­χι μια σκη­νι­κή περ­σό­να που έ­χουν κα­τα­σκευά­σει. Μό­νο μέ­σα α­πό αυ­τή την εκ­κί­νη­ση μπο­ρεί κά­ποιος να εί­ναι κα­θα­ρός. Για μέ­να και τους η­θο­ποιούς της Εται­ρείας Θεά­τρου Sforaris, δεν υ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση να εί­ναι ο έ­νας κα­λός και ο άλ­λος ό­χι. Το ζη­τού­με­νο εί­ναι ό­λοι να υ­πη­ρε­τού­με έ­ναν κοι­νό στό­χο. Μό­νο έ­τσι δη­μιουρ­γεί­ται έ­να συ­μπα­γές σύ­νο­λο, που εί­ναι γο­η­τευ­τι­κό στο κοι­νό. Δεν εί­ναι τυ­χαίο πως αυ­τό εί­ναι το πρώ­το που πα­ρα­τη­ρεί κα­νείς στις πα­ρα­στά­σεις μας. Αί­τη­μα, λοι­πόν, της ο­μά­δας εί­ναι η ε­πα­να­δια­τύ­πω­ση της ί­διας της έν­νοιας της ο­μά­δας, ό­χι σαν έ­να ι­σό­τι­μο αλ­λά ά­ναρ­χο σύ­νο­λο, ού­τε ως πει­θή­νιοι ε­κτε­λε­στές ε­νός σκη­νο­θε­τι­κού ο­ρά­μα­τος, αλ­λά ως ε­νερ­γοί καλ­λι­τέ­χνες που ε­μπι­στεύο­νται ο έ­νας τον άλ­λον και συμ­βάλ­λουν με τις γνώ­σεις, την ευαι­σθη­σία και το μυα­λό τους στην α­φή­γη­ση μιας ι­στο­ρίας. Θα χαι­ρό­μουν αν κά­ποια στιγ­μή το α­ντι­λαμ­βά­νο­νταν αυ­τό οι ε­πι­τρο­πές των διά­φο­ρων βρα­βείων και ε­παί­νων και ξε­χώ­ρι­ζαν ο­λό­κλη­ρη την ο­μά­δα ως σύ­νο­λο και ό­χι συ­γκε­κρι­μέ­νους η­θο­ποιούς, για την υ­πο­ψη­φιό­τη­τα ε­νός βρα­βείου. Θα ή­ταν πο­λύ ελ­πι­δο­φό­ρο και μια ξε­κά­θα­ρη στά­ση για το σύγ­χρο­νο θέ­α­τρο, αν βρα­βεύο­νταν κά­ποια στιγ­μή ως κα­λύ­τε­ρος νέ­ος η­θο­ποιός… πέ­ντε η­θο­ποιοί! Ο κα­λύ­τε­ρος πλέ­ον δεν μπο­ρεί να εί­ναι μό­νος του. Όλα αυ­τά εί­ναι ε­πι­κοι­νω­νια­κά παι­χνί­δια της α­γο­ράς προ­κει­μέ­νου να δη­μιουρ­γή­σει ευ­πώ­λη­τα προϊό­ντα.

Η πα­ρά­στα­ση θα μπο­ρού­σε να συ­νε­χί­ζε­ται ε­σα­εί. Πα­ρό­λο που υ­πήρ­χε έ­νας σα­φής ε­πί­λο­γος, ω­στό­σο ο θε­α­τής έ­φευ­γε με την αί­σθη­ση ό­τι θα ε­πι­στρέ­ψε­τε, ό­τι υ­πάρ­χουν πράγ­μα­τα που δεν προ­λά­βα­τε να πεί­τε, ι­στο­ρίες που θα θέ­λα­τε να α­να-α­φη­γη­θεί­τε, να ζω­ντα­νέ­ψε­τε πρό­σω­πα, ε­πο­χές, μυ­ρω­διές και γεύ­σεις… Ίσως πιο πο­λύ των τε­λευ­ταίων χρό­νων. Ποια εί­ναι τα σχέ­δια της ο­μά­δας για το εγ­γύς μέλ­λον;
Γιάννης Καλαβριανός: Οι ι­στο­ρίες που συ­γκε­ντρώ­σα­με ό­πως και αυ­τές που συ­νε­χί­ζου­με να μα­ζεύου­με α­πό πρό­θυ­μους να μας τις α­φη­γη­θούν θε­α­τές, α­φού πα­ρα­κο­λού­θη­σαν την πα­ρά­στα­ση, εί­ναι ό­ντως τό­σες πολ­λές, που ό­ποιες και να δια­λέ­γα­με, θα υ­πήρ­χε έ­να α­νι­κα­νο­ποίη­το αί­τη­μα συ­νέ­χειας. Εί­ναι τό­σο πολ­λοί οι άν­θρω­ποι που πε­ρι­μέ­νουν να μι­λή­σουν και τό­σο ό­μορ­φες οι ι­στο­ρίες τους! Τα ε­πό­με­να σχέ­δια της ο­μά­δας εί­ναι να συ­νε­χί­σου­με τις πα­ρα­στά­σεις στην Αθή­να, να τα­ξι­δέ­ψου­με το Φε­βρουά­ριο για πα­ρα­στά­σεις στην Ιτα­λία και ε­πι­στρέ­φο­ντας, να συ­νε­χί­σου­με στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, την Κα­βά­λα και την Πά­τρα, με τον προ­γραμ­μα­τι­σμό της πε­ριο­δείας τό­σο της Ελλά­δας ό­σο και του ε­ξω­τε­ρι­κού να εί­ναι α­κό­μη υ­πό δια­μόρ­φω­ση.

ΕΠΟΧΗ,6.1.2013 

Advertisements