Τρομερό παιδί του γαλλικού θεάτρου, θεωρείται ο διάδοχος του Πήτερ Μπρουκ, ο Ζοέλ Πομερά, συγγραφέας, ηθοποιός και σκηνοθέτης,  ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα και παρουσίασε το προτελευταίο έργο του, τη   «Μεγάλη και θαυμαστή ιστορία του εμπορίου» (2011).

        Πρόκειται για τις ιστορίες δυο ομάδων εμπορικών αντιπροσώπων, πωλητών,  η μια εξελίσσεται τη δεκαετία του 60 και η άλλη την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας. Πέντε άντρες ταξιδεύουν προσπαθώντας να πουλήσουν τα προϊόντα που έχουν αναλάβει. Ο νεότερος ανάμεσά τους είναι ο Φρανκ, ευαίσθητος, ερωτευμένος, διαπνέεται από ιδανικά, δυσκολεύεται να μάθει του νόμους του εμπορίου, το ψέμα, την μεγάλη αλλοτρίωση του πωλητή: να πιστεύεις το ψέμα που σερβίρεις, να χαίρεσαι γιατί έπεισες τον πελάτη να αγοράσει όχι μόνο για τα χρήματα που κερδίζεις αλλά γιατί βαθιά μέσα σου έχεις αποδεχτεί εσύ πρώτος την αναγκαιότητα του προϊόντος σου. Στη δεύτερη ιστορία ο Φρανκ ηγείται πια μιας ομάδας πωλητών. Έχει αλλάξει, έχει σκληρύνει. Έχει γίνει μέρος του παιχνιδιού στο οποίο παίζει ένα ρόλο λίγο μεγαλύτερο από κομπάρσου, αλλά πάντως ένα ρόλο. Ξέρει τους νόμους της αγοράς, τα τεχνάσματα που χρησιμοποιεί ένας πωλητής για να πείσει, το βασικό νόμο: να πιστεύεις εσύ ο ίδιος όσα λες. Προσπαθεί να εμπνεύσει την ομάδα του που δεν τα καταφέρνει. Απολύει τον «πιο αδύναμο κρίκο». Αλλά η ζωή του είναι άδεια, χωρίς φίλους,  και όταν μαθαίνει πως η γυναίκα του τον εγκατέλειψε δεν είναι κανείς κοντά του για να μοιραστεί τον πόνο του. Όλοι έχουν προτιμήσει τη δουλειά. Όπως τους έμαθε, όπως τους έπεισε τελικά.

Απο την παράσταση

       Έργο σκληρό, χωρίς συναισθηματισμούς, χωρίς ταυτίσεις.  Ποτέ ο κόσμος της εργασίας δεν ήταν εύκολος. Δεν υπήρχαν αθώα χρόνια. Ωστόσο υπάρχουν μερικές σαφείς διαφορές ανάμεσα στα δυο εποχές: ο ρόλος του νέου για παράδειγμα. Στην πρώτη σκηνή, ο Φράνκ (franc στα γαλλικά σημαίνει ειλικρινής) είναι ο μικρός που οι άλλοι δασκαλεύουν και του φέρονται σκληρά. Στη δεύτερη σκηνή, ενώ εξακολουθεί να είναι ο πιο νέος, έχει στα χέρια του την ομάδα. Η νεότητα είναι προσόν για την εργασία ειδικά σε τέτοια περιβάλλοντα, όπως είναι ο κόσμος των επιχειρήσεων και των πωλήσεων. Στην πρώτη σκηνή, η ψυχολογία των πωλήσεων είναι προϊόν εμπειρικών παρατηρήσεων, στη δεύτερη προϊόν επιστημονικού μάρκετιν. Το πολύ ενδιαφέρον, όμως, έχει να κάνει με τα προϊόντα που πουλούν: στη δεύτερη σκηνή, οι πωλητές δεν πλασάρουν είδη ένδυσης, διατροφής ή κάτι τέτοιο αλλά βιβλία με τα δικαιώματα του ανθρώπου. Σε ένα κόσμο που η έννοια του δικαιώματος ξεχειλώνει καθημερινά, που οι λέξεις ανανοηματοδοτούνται για να αμβλύνουν την αλήθεια τους, οι πωλητές διακινούν βιβλία με τα δικαιώματα του ανθρώπου, κάνουν αναγκαίο με την μορφή εμπορεύματος και  χωρίς το ιδεολογικό του περιεχόμενο αυτό που οι σύγχρονοι πολίτες εθίζονται από το αυταρχικό σύστημα να μην υπερασπίζουν.

        Ο συγγραφέας κάνει μια πραγματική ανθρωπολογική μελέτη με σαφές πολιτικό πρόσημο:  οι προλεταριοποιημένοι πωλητές, όργανα και θύματα του καπιταλισμού, που αγωνίζονται να πουλήσουν πάση θυσία για το ελάχιστο κέρδος που αποκομίζουν από κάθε πώληση, χάνουν τον εαυτό τους, γίνονται οι ίδιοι ένα προϊόν προς πώληση.

Ζοέλ Πομερά

        Η ιδέα δεν είναι πρωτότυπη, τους πωλητές εννοούμε. Την  έχουμε δει αρκετές φορές και σε διάφορες παραλλαγές στο αμερικάνικο κυρίως θέατρο και τον κινηματογράφο: Κορυφαία στιγμή το περίφημο έργο του Μίλλερ Ο θάνατος του εμποράκου, αλλά και  Οικόπεδα με θέα ακόμα και στο American Beauty. Μάλιστα συχνά έρχονταν στο νου μας κατά τη διάρκεια της παράστασης αυτά και άλλα παρόμοια θεατρικά και ταινίες. Που διαδραματίζονται επίσης σε δωμάτια ξενοδοχείων, ανάμεσα σε παρέες πωλητών, που παρουσιάζουν επίσης τον ανθρωποφαγικό κόσμο του εμπορίου, τον ανθρωποβόρο κόσμο του καπιταλισμού  στο επίπεδο είτε των μιικρομεσαίων στελεχών είτε των κατώτερων  υπαλλήλων. Αυτό, παρά τον έξυπνο χειρισμό του θέματος από τον Πομερά, μείωνε το ενδιαφέρον του θεατή που αισθανόταν μερικές φορές ένα ενοχλητικό déjà-vu, που αφορούσε όχι μόνο το κείμενο αλλά και το στήσιμο της παράστασης της ίδιας.

    Ο Πομερά έβαλε τους ήρωές του σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου: ψυχρό, ημιφωτισμένο, απρόσωπο. Οι κινήσεις περιορισμένες, οι φωνές δεν ξεπερνούν ένα ορισμένο ύψος. Σκηνοθεσία προσεκτική και προσεγμένη, ρεαλιστική, όπως ρεαλιστικό είναι και το πολύ απλό σκηνικό (Eric Soyer). Εξαιρετικοί φωτισμοί (Eric Soyer με τη βοήθεια του  Renaud Fouquet), αλλά το μεγάλο ατού της παράστασης είναι οι δυνατές ερμηνείες από τους  Éric Forterre, Ludovic Molière, Hervé Blanc, Jean-Claude Perrin και  Patrick Bebi. Και οι πέντε κατορθώνουν με ένα εξαιρετικό έλεγχο εκφραστικών μέσων, με αυτοσυγκράτηση στις εξάρσεις συγκίνησης όπου θα μπορούσαν να παρασυρθούν, να δημιουργήσουν χαρακτήρες που την ίδια στιγμή είναι και σύμβολα καταστάσεων και στάσεων ζωής, την αίσθηση ανθρώπινων πλασμάτων που κινούνται στην κόψη του ξυραφιού, φλερτάρουν με την αποτυχία, αποποιούνται τις αληθινές αξίες, κυνηγούν το μεροκάματο με την ψευδαίσθηση πως κυνηγούν την επιτυχία και την καταξίωση.

ΕΠΟΧΗ, 7.4.2013

Advertisements