Τρία τουλάχιστον έργα του Μπρεχτ παίζονται αυτή την στιγμή σε θέατρα της Αθήνας. Ο «συνωστισμός» είναι βεβαίως ευεξήγητος από την πολιτική και οικονομική συγκυρία. Μόλις την περασμένη Τετάρτη ένα πλήθος ανθρώπων άπλωνε τα χέρια για να πάρει μια σακούλα φρούτα από αυτά που μοίραζαν, ως διαμαρτυρία και αυτοί, οι αγρότες έξω από το Υπουργείο Ανάπτυξης. Οι άνθρωποι υποφέρουν, πεινούν, οι πενιχροί μισθοί δεν αρκούν πια για να τραφούμε καλά, η ανεργία στερεί τα παιδιά μας από τα βασικά. Παιδεία και υγεία στο ναδίρ. Τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονται καθημερινά είτε κραυγαλέα, από την άσκηση βίας, είτε υπόγεια με τη στέρηση και το φόβο του σκοτεινού μέλλοντος. Η ανασφάλεια ελλοχεύει στην καθημερινότητά μας. Ο κόσμος της «Αγίας Ιωάννας των Σφαγείων» είναι εδώ. Το Σικάγο του  ’29 που περιγράφει με γλαφυρή ψυχραιμία και ευθύβολη διεισδυτικότητα σε φαινόμενα και αιτίες ο Μπρεχτ, το ζούμε στις γειτονιές μας και στις πόλεις μας.  Ορθή, λοιπόν, η επιλογή του Νίκου Μαστοράκη να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο έργο, σπουδαίο δείγμα αυτού που ονομάζεται «επικό θέατρο», γιατί ίσως κανένα άλλο έργο του Μπρεχτ δεν είναι σήμερα τόσο οδυνηρά και ανελέητα επίκαιρο.

Μαθήματα πολιτικής οικονομίας

         Η «Ιωάννα», που ανεβαίνει σπάνια στις σκηνές μας, αποτελεί μια υποδειγματική δραματοποίηση  της καπιταλιστικής οικονομίας και μεταφορά στη σκηνή των δυσκολότερων εννοιών και φαινομένων που την απαρτίζουν.  Μάλιστα θυμάμαι τον αγαπητό φίλο Μάκη Καβουριάρη, χρόνια καθηγητή της οικονομίας στο Paris 8, να λέει κάποτε σε μια παρέα πως  ένα από τα πρώτα κείμενα που έδινε στους φοιτητές του να διαβάσουν για να κατανοήσουν τι σημαίνει καπιταλισμός ήταν τούτη η «Ιωάννα».

ΙΟ 2

         Το έργο γράφτηκε το 1929, αλλά, με εξαίρεση ένα ραδιοφωνικό ανέβασμα το 1932, παίχτηκε για πρώτη φορά στο Αμβούργο, το 1959, μετά δηλαδή από το θάνατο του Μπρεχτ. Το 1929 ο Μπρεχτ είναι ήδη μαρξιστής και γνωρίζει καλά το «Κεφάλαιο» του Μαρξ. Οι έννοιες της ταξικής πάλης, της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης γίνονται κεντρικές στην προβληματική του. Αναζητά επίσης να αναδείξει, χωρίς διόλου ωραιοποιήσεις και δικαιολογίες, τις αντιδράσεις του ασυνειδητοποίητου προλεταριάτου. Ψύχραιμος και μεθοδικός, χωρίς συναισθηματισμούς, αναλύει τις σχέσεις των τάξεων, την ιδεολογία ως ψευδή συνείδηση και κατ’ επέκταση το ρόλο της θρησκείας, της εκκλησίας και των παραεκκλησιαστικών ομάδων ως μηχανισμών υποταγής. Οδηγεί σιγά-σιγά τον θεατή του στο συμπέρασμα της αναγκαιότητας της επαναστατικής οργάνωσης της εργατικής τάξης για την ανατροπή του κόσμου της αδικίας, της καταπίεσης και των κοινωνικών ανισοτήτων. Δεν υπερασπίζεται τη βία, απλά ξέρει ότι, όταν η κατάσταση φτάσει στα άκρα, καμιά μεταρρύθμιση δεν είναι αρκετή. «Μόνο η βία ωφελεί όπου εξουσιάζει η βία, μόνο οι άνθρωποι ωφελούν όπου υπάρχουν άνθρωποι»

Στο σφαγείο του κόσμου

          Η Ιωάννα Νταρκ (η αναφορά στην Ζαν Ντ’ Αρκ είναι προφανής, άλλωστε ολόκληρο το έργο αποτελεί μια χιουμοριστική ανάγνωση και μεταφορά της μεσαιωνικής ιστορίας στην Αμερική του 20ου αι.) είναι μια νέα, αξιοπρεπής δεσποινίς που έχει αφιερώσει τον εαυτό της στην φιλανθρωπία. Εργάζεται και μισθοδοτείται από μια χριστιανική οργάνωση, που σιτίζει υποτυπωδώς τους εξαθλιωμένους εργάτες των σφαγείων του Σικάγο, την περίοδο του οικονομικού κραχ. Με αντάλλαγμα την υπομονή στην επίγεια κόλαση για να βρουν κάποτε τον ουράνιο παράδεισο. Οι μεγαλοεπιχειρηματίες παίζουν παιχνίδια κερδοσκοπίας στα οποία οι φτωχοί άνθρωποι δεν έχουν ρόλο, είναι αριθμοί χωρίς αξία, μονάδες πίεσης για να γείρει το παιχνίδι προς τη μια ή την άλλη πλευρά. Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να παρουσιάσει ολοκληρωμένα ψυχολογικά πορτραίτα αλλά το σχήμα κοινωνικών περιπτώσεων και της δράσης τους μέσα στις καταστάσεις. «Ντύνει» την Ιωάννα του με την αλαζονεία της άγνοιας των πραγματικών καταστάσεων και των αιτιών της πείνας.

ΙΟ 3

         Απέναντί της ο Μάουλερ,  ένας αδίστακτος καπιταλιστής που παίζει με όλα και όλους στο βωμό του κέρδους αλλά και της εξουσίας. Της εξουσίας των ανθρώπινων ψυχών συμπεριλαμβανομένης. Αποφασίζει να κλείσει τα σφαγεία –προφανής η μεταφορά του τίτλου- , βυθίζοντας την πόλη στην απελπισία. Για πρώτη φορά η Ιωάννα θα βάλει ένα ουσιαστικό ερώτημα: γιατί οι φτωχοί είναι φτωχοί; Ερώτημα που εγείρει μια σειρά άλλα –πόσο σύγχρονα αλήθεια- για την βία, την εγκληματικότητα, την απάθεια, τον μεσσιανισμό, τους αγώνες της εργατικής τάξης.  Στην αναζήτηση της απάντησης δεν θα φτάσει ποτέ στην πλήρη κατανόηση της φύσης της αδικίας. Τα συμπεράσματά της –σε πολλά θέματα σωστά- μένουν στο χώρο της προσωπικής συνειδητοποίησης. Η θρησκευτική οργάνωση σε αγαστή συνεργασία με το  σύστημα θα την ανακηρύξει «αγία» εγκυστώνοντας στην ιδεολογία της υποταγής ακόμα την ευαισθησία της και την άσκοπη θυσία της.

         Ο Μπρεχτ ζωγραφίζει ένα λεπτομερειακό πορτραίτο των κοινωνικών σχέσεων και των οικονομικών φαινομένων. Η ανθρώπινη περίπτωση χάνει την ατομικότητά της και γίνεται σύμβολο μιας κοινωνικής σχέσης και της εξέλιξής της. Κανενός η ζωή δεν θα αλλάξει, αν δεν αλλάξει το σύστημα που παράγει ανισότητες, λέει ο Μπρεχτ και με κάθε τρόπο υποβάλλει την ιδέα της φτώχιας ως τρόπο χειραγώγησης των ανθρώπων. Η εξαθλίωση για τον Μπρεχτ δεν είναι αποτέλεσμα είναι μέσο.

Πολιτική αποχύμωση

         Η παράσταση του «Ακροπόλ» έχασε τον πολιτικό πυρήνα. Ο Νίκος  Μαστοράκης, παρότι έμπειρος σκηνοθέτης, επέλεξε να μιμηθεί τις σκηνοθετικές προτάσεις της Σαουμπίνε, πασπαλισμένες με «άρωμα Μπομπ Ουίλσων».  Μιικρόφωνα, βίντεο με επανάληψη εικόνων από κρεοπωλεία ή σταυρούς αναβοσβήνοντες, στην ίδια λογική τα  άνευρα και σχεδόν αναίτια δελτία ειδήσεων που φέρνουν, υποτίθεται, το τότε στο σήμερα. Δράττομαι της ευκαιρίας να πω ότι έχω κουραστεί από αυτή τη γερμανική αισθητική που βλέπω να κατακλύζει τα τελευταία χρόνια τις σκηνές μας. Μερικές φορές μάλιστα έχω την αίσθηση ότι βλέπω συνεχώς την ίδια παράσταση. Στο τέλος-τέλος η Γερμανία έχει κι άλλες, πολύ ενδιαφέρουσες προτάσεις –αίφνης θυμάμαι μια πολύ καλή δουλειά της Tina Lanik στο Μόναχο, ένα πολύ ενδιαφέρον ανέβασμα  της «Ζούγκλας των πόλεων». Ήταν φανερό ότι η παράσταση απευθυνόταν σε ένα νεαρό κοινό εθισμένο σε οπτικές εντάσεις.  Από όπου και η α λα Τζόκερ (Μπάτμαν) παρουσίαση του Μάουλερ και το εύκολο σύμβολο του θρόνου που παρέπεμπε σε βασιλιά και Θεό. Αλλά και η δυνατή μουσική (του καλού Σταύρου Γασπαράτου)  που κυριαρχούσε τη σκηνή κατά στιγμές διασπούσε την προσοχή του θεατή και τον απέκοπτε από τα τεκταινόμενα.

        Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι παγιδεύτηκε στις σκηνοθετικές οδηγίες με μονότονες, εύκολες ερμηνείες. Ο Αιμίλιος Χειλάκης έφτιαξε μια καρικατούρα του αδίστακτου καπιταλιστή και η Βίκυ Βολιώτη έβαλε ένα υπερβάλλοντα συναισθηματισμό που ψεύτιζε την Ιωάννα και μείωνε τις διαστάσεις του ρόλου. Αντίθετα κράτησαν το μέτρο οι δεύτεροι ρόλοι. Ο Μιχάλης Οικονόμου ως τσιράκι του αφεντικού, που ασφυκτιούσε μέσα στις σκηνοθετικές οδηγίες, και ιδίως η Κίκα Γεωργίου και η Ελένη Ουζουνίδου. Επαρκείς και η Γόνη Λούκα και η Δανάη Κατσαμένη και ο Δημήτρης Δεγαΐτης, πιο μπρεχτικός αυτός από το σύνολο των συναδέλφων του. Οι Λάμπρος Μαραβέλιας, Άγγελος Μπούρας, Μίνως Θεοχάρης και Λάμπρος Κτεναβάς επέδειξαν την πρέπουσα  υποκριτική αξιοπρέπεια.

ΕΠΟΧΗ, 10.2.2013

 

Advertisements