Μια συζήτηση με τη νεαρή ηθοποιό με αφορμή την παράσταση «Ξένος» στο Εθνικό

Ο «Ξένος» είναι μια σύνθεση δυο μονόπρακτων με θέμα την ξενοφοβία και το ρατσισμό της νεοελληνικής κοινωνίας. Το πρώτο η «Αόρατη Όλγα» του Γιάννη Τσίρου (σκ. Γ. Παλούμπης) αφορά την περίπτωση της αναγκαστικής εκπόρνευσης μιας κοπέλας από τη Βουλγαρία που πέφτει θύμα τράφικιν. Το δεύτερο, «Άουστρας ή η αγριάδα» της Λ. Κιτσοπούλου (σκ. Γ. Καλαβριανού), αγγίζει τον φόβο του ξένου και του διαφορετικού από μια ιδιαίτερη πλευρά, αυτήν του δυτικοευρωπαίου που γίνεται θύμα απόρριψης και ρατσισμού. Ο «Ξένος» παίζεται για τρίτη χρονιά αλλά για το φετινό χειμώνα μεταφέρθηκε από το Βρυσάκι στο Εθνικό. Η Λένα Παπαληγούρα, νέα ηθοποιός αλλά που έχει ήδη στο ενεργητικό της αρκετές καλές ερμηνείες, διακρίθηκε για την ευαίσθητη και καλά μελετημένη ερμηνεία της Όλγας. Πώς προσεγγίζει ένα νέο κορίτσι ένα τέτοιο ρόλο; Τι πολιτικούς αλλά και υπαρξιακούς προβληματισμούς γεννά σε ένα καλλιτέχνη η προσέγγιση ακραίων καταστάσεων της ύπαρξης –εν προκειμένω η απόλυτη στέρηση της ελευθερίας και η υποταγή στις πιο απάνθρωπες συνθήκες, η διαγραφή της βούλησης, η σωματική και ψυχική εκμηδένιση και το φυλετικό τραύμα.

– Ο «Ξένος» παίζεται φέτος για τρίτη χρονιά. Δυο ελληνικά μονόπρακτα που προσεγγίζουν το ίδιο θέμα από δυο διαφορετικές αλλά μάλλον συμπληρωματικές πλευρές, κεντρίζουν το ενδιαφέρον των θεατών. Πώς εξηγείτε αυτή την επιτυχία;

Λένα Παπαληγούρα (Λ.Π.):Δεν το πιστεύαμε ούτ’ εμείς. Ξεκινήσαμε να κάνουμε 4-5 παραστάσεις και έπειτα θέλαμε να πάμε τη δουλειά μας σε διάφορα Φεστιβάλ. Το θέμα είναι αιχμηρό και επικίνδυνο. Απασχολεί πολύ την κοινωνία. Η ελληνική δραματουργία έχει καθυστερήσει κάπως να το εντάξει στα θέματά της. Πρώτο, λοιπόν, η επικαιρότητα του προβλήματος και δεύτερο, νομίζω ότι παίζει μεγάλο ρόλο πως εμείς το αγαπήσαμε πολύ. Δώσαμε την ψυχή μας. Και τα δύο μονόπρακτα είναι αυθεντικά, δεν έχουν κανένα στοιχείο «δήθεν», που να τα ψευτίζει. Κι αυτό το καταλαβαίνει ο κόσμος. Η παράσταση είναι φτιαγμένη όσο πιο λιτά μπορείτε να φανταστείτε. Δεν λέμε ότι κάναμε εξαντλητική ανάλυση, προσπαθήσαμε να παρουσιάσουμε δυο διαφορετικές πλευρές ενός θέματος. Με ρωτούν καμιά φορά ποιο απ’ τα δυο κείμενα μ’ αρέσει πιο πολύ. Σε καθένα βρίσκω μερικά πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Το βασικό είναι η προσέγγιση και η σύνθεση. Ποιες είναι οι πλευρές αυτές που οι δυο συγγραφείς διάλεξαν να παρουσιάσουν; Λ.Π.: Το πρώτο, του Τσίρου, έχει να κάνει με το τράφικιν. Είναι η ιστορία μιας κοπέλας από τη Βουλγαρία που τη φέρνουν στην Ελλάδα, την κλειδώνουν σ’ ένα σπίτι και την αναγκάζουν, παρά τη θέλησή της, να εκπορνευθεί. Στον κινηματογράφο το έχουμε δει αρκετά, έχουν γραφτεί βιβλία επίσης , στο θέατρο δεν υπάρχουν πολλά έργα πάνω σ’ αυτό το θέμα.

– Το δεύτερο τι πραγματεύεται;

Λ.Π.: Σ’ αυτό έχουμε ένα ξένο άντρα από χώρα πλουσιότερη και όμως θα υποστεί κι αυτός απόρριψη και βία. Η παράστασή μας δείχνει ακριβώς αυτό: ο ξένος υφίσταται βία ειδικά μάλιστα σε εποχές κρίσης. Δεν είναι μόνο ο φτωχός μετανάστης ούτε αυτός που έρχεται από χώρα πλούσια και δυνατή με σκοπό να επιβάλει νόμους. Οποιοσδήποτε διαφορετικός από μας –από άλλο κράτος είτε επειδή ζει σε διαφορετική συνθήκη, π.χ. είναι ομοφυλόφιλος, οποιονδήποτε δεν αναγνωρίζουμε σαν όμοιο, μας φοβίζει και του επιτιθέμεθα για να προστατευτούμε, έτσι νομίζουμε, από την διαφορετικότητά του και τον κίνδυνο που φέρνει. H τέχνη μας κάνει να βλέπουμε κατάματα το πρόβλημα.

Η τέχνη μπορεί να βοηθήσει στην διαμόρφωση πιο ανεκτικών και δημοκρατικών προτύπων και συμπεριφορών ή απευθύνεται τελικά μόνο στους ήδη πεισμένους;

Λ.Π.: Η τέχνη δεν μπορεί ούτε να αλλάξει τον κόσμο ούτε να προσφέρει λύσεις σε προβλήματα. μπορεί, όμως, να φέρει θέματα, να μας κάνει να δούμε κατάματα θέματα δύσκολα, ταμπού, όπως το τράφικιν. Να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ένα πρόβλημα και το μέγεθος του. Θεωρώ ότι είμαι μια αρκετά ευαισθητοποιημένη πολίτης, αλλά δεν είχα καταλάβει το μέγεθος του φαινομένου. Με αφορμή την «Όλγα» διάβασα πολύ και τρελάθηκα… Και αυτό το θεωρώ πολύ σημαντικό. Έρχεται ένας άνθρωπος, βλέπει την παράσταση και μετά πάει σπίτι του και νιώθει την ανάγκη να διαβάσει, να μπει στο Διαδίκτυο και να ενημερωθεί… Αυτό είναι σπουδαίο, κάτι ξύπνησε μέσα του, θέλει να μάθει…

Ποιες είναι οι αντιδράσεις του κοινού;

Λ.Π.: Παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Ορισμένοι βγαίνουν από την αίθουσα και τσακώνονται, άλλοι λένε ότι δεν ήταν σωστό να παρουσιαστεί στη σκηνή ένα τέτοιο θέμα, άλλοι θεωρούν ότι έπρεπε οπωσδήποτε, κάποιοι συνειδητοποιούν ότι η βία γεννάει βία. Ξέρετε τι θεωρώ πολύ σημαντικό; Να έρθει κάποιος στην παράσταση με ιδέες με τις οποίες δεν συμφωνώ, να μην του αρέσει, αλλά φεύγοντας να αρχίσει να σκέφτεται πως ίσως υπάρχει και μια άλλη πλευρά των πραγμάτων… Αυτό για μένα είναι σημαντικό. Και ελπίζω πως συμβαίνει, αλλιώς καλύτερα θα ήταν να ήμασταν γιατροί, που έχει και πιο άμεσα αποτελέσματα.

Η τέχνη έχει και μια τέτοια πλευρά πάντως, μια ιαματική πλευρά εννοώ. Πάντως, αυτές οι αντιδράσεις είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Σπάνια βλέπουμε το κοινό να έχει τόσο έντονες αντιδράσεις και να τις εκφράζει στο τέλος μιας παράστασης…

Λ.Π.: Είναι το θέμα τέτοιο. Εδώ συζητιέται στις παρέες και γίνεται χαμός, φανταστείτε στο θέατρο. Ας πούμε, στο δεύτερο μονόπρακτο, της Κιτσοπούλου, κάποιοι γελούν, αλλά σύντομα το γέλιο τους κόβεται απότομα. Βλέπουν τους εαυτούς και θυμώνουν. Αλλά έτσι είναι τα πράγματα και πρέπει να τα βλέπουμε με ειλικρίνεια. Και να ξεχωρίζουμε τα όρια, δεν μπορείς να μη θυμώσεις όταν σε κλέψουνε, αλλά δεν μπορεί και να μη βλέπεις το πρόβλημα στην ολότητά του. Το θέατρο δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο στους αδύναμους.

Τι σας συγκινεί κυρίως στην Όλγα;

Λ.Π.: Η ιστορία της… Ξέρετε, πιστεύω πως η Όλγα δεν είναι μια απλή ανθρώπινη περίπτωση. Η Όλγα θα μπορούσε να είναι ακόμα και το σύμβολο μιας χώρας. Με συγκινεί ο αδύναμος άνθρωπος. Είναι καθήκον του θεάτρου να δίνει πρωταγωνιστικούς ρόλους σ’ αυτούς που στη ζωή δεν έχουν ρόλο. Αυτό που κάνει ο Τσέχωφ, για παράδειγμα. Δίνει ρόλο σε απλούς αδύναμους ανθρώπους… Πώς δουλέψατε το ρόλο; Λ.Π.: Είχα δασκάλα μου στην σχολή την Κάτια Γέρου. Όταν πήρα το ρόλο μίλησα πολύ μαζί της, για το μονόλογο της Μάρως Δούκα που έπαιξε και έχει παρόμοιο θέμα. Είδα την ταινία του Κυριάκου Κατζουράκη για τους μετανάστες, ξένες ταινίες πάνω στο θέμα… Πήγα και σε ένα «σπίτι» μαζί με μια κυρία από ΜΚΟ. Κυρίως, όμως, άρχισα να βλέπω. Αυτά που κάνω τα έχω πάρει από το δρόμο, να, από εδώ τριγύρω… τα ανέκφραστα πρόσωπα, τα δαρμένα σώματα… άνθρωποι που δεν θα έχουν λόγο ποτέ και που νιώθω πως αυτό που κάνουμε είναι τους δίνει ένα βήμα για να ακουστεί η φωνή τους.

Τι σημαίνει να είσαι νέος ηθοποιός στην Ελλάδα της κρίσης;

Λ.Π.: Μου έρχεται κατ’ ευθείαν στο νου ο τίτλος μια αγαπημένης ταινίας: «Όλα είναι δρόμος». Η δουλειά μας έχει κάτι τσιγγάνικο, αλλάζεις τόπους , γνωρίζεις ανθρώπους ,κι αυτό είναι πολύ γοητευτικό. Δεν είναι όμως καθόλου γοητευτική η ανασφάλεια του επαγγέλματος. Δεν ησυχάζεις ποτέ. Και μπορεί αυτό να είναι μια πηγή δημιουργίας αλλά δυστυχώς η ανασφάλεια μπορεί να σε κάνει να επιλέξεις δουλειές που δεν σε εκφράζουν. Ο νέος καλλιτέχνης πρέπει να μπορεί να παίρνει ρίσκα, να κάνει πειραματισμούς… Να έχει τη δυνατότητα κατά διαστήματα να μη δουλεύει για να σκεφτεί. Το θέμα του ελεύθερου χρόνου είναι βαθύτατα πολιτικό όσο και υπαρξιακό. Λ.Π.: Ναι. Για πρώτη φορά δίνω στον εαυτό μου την ευκαιρία να δει τις δυνατότητες της ζωής από δω και μπρος, να έχει το χώρο και το χρόνο του. Αυτή την εποχή η ελευθερία – και η προσωπική και επαγγελματική- είναι μεγάλο ζητούμενό μου. Θέλει μεγάλη γενναιότητα, νομίζω, αλλά και κόστος να ψάξεις να βρεις την προσωπική σου ελευθερία.

ΕΠΟΧΗ, 22.12.2003

Advertisements