Στο θέατρο «Εν Αθήναις»

         Στα 22 πάνω κάτω χρόνια που διδάσκω στο Λύκειο, λίγες χρονιές δεν δίδαξα «Αντιγόνη». Κι όσο περνούν τα χρόνια και πια το κείμενο είναι πολύ οικείο στις λεπτομέρειές του, τόσο πιο πολύ γέρνω με ενδιαφέρον όχι πάνω από τους μεγάλους πρωταγωνιστές –την Αντιγόνη και τον Κρέοντα- αλλά από τα δύο άλλα πρόσωπα, την Ισμήνη και τον Αίμονα. Οι υλικοί όροι παραγωγής της τραγωδίας –ως είδος αλλά και της κάθε μιας σωσμένης ως εμάς τραγωδίας- είναι πλέον πολύ μακριά από μας και την έννοια του τραγικού την κατανοούμε με το νου κι όχι με την καρδιά. Αλλιώς νοούμε σήμερα το τραγικό, στο ειρωνικό έρεβος του Μπέκετ ανανοηματοδοτήσαμε τον όρο και τραβάμε το νήμα του σύγχρονου κουβαριού.  Η Ισμήνη αποπνέει μια σύγχρονη τραγικότητα. Πάνω σ’ αυτό το στοιχείο δούλεψε ο Ρίτσος την «Ισμήνη» του στην Τέταρτη Διάσταση που αδειάζει τρυφερά τη σπουδαία αδερφή της  και το σύμβολο που υπήρξε «Αν τη δοξάσανε τόσο είταν γιατί τους γλύτωσε απ’ το να πράξουν το ίδιο». Μια πραγματική γυναίκα, αισθησιακή, με αγάπη στη ζωή,  απέναντι σε αυτήν που αρνήθηκε την γυναικεία της διάσταση, μια αδερφή για ‘κεινην που υπήρξε αδερφή μόνο για τον αδερφό της, με την πικρία κρυμμένη, μια νικημένη νικήτρια. Αλλά μπορεί κανείς να μείνει αμέτοχος στην κοινωνική πραγματικότητα; Αναρωτιέται ο  ποιητής.

Η Άσπα Τομπούλη διάβασε την «Ισμήνη» όσο πιο θεατρικά γινόταν. Το κείμενο έγινε παράσταση μεστή, λιτή και ουσιαστική. Στο άχρονο του ποιητή εκείνη έφερε την σύγχρονη Αθήνα και τους αλλόκοτους πολέμους της καθημερινότητάς  μας. Και το ερώτημα του Ρίτσου πήρε τις διαστάσεις και τα χρώματα των καιρών μας.  Και η Κάτια Γέρου, ά, η Κάτια Γέρου…

Σε μια πολύ ώριμη στιγμή, αυτή η μοναδική ηθοποιός δίνει πάνω στη μικρή σκηνή του «Εν Αθήναις» ένα πραγματικό μάθημα υποκριτικής. Ηθοποιός που έχει πλούσιο φιλολογικό και φιλοσοφικό υπόβαθρο, με δηλωμένη την αγάπη της για την ποίηση, στην οποία αφιερώνει ώρες μελέτης,  η Γέρου  ελέγχει ως την πιο μικρή λεπτομέρεια τα εκφραστικά της μέσα, το πρόσωπό της μια παλέτα ευαισθησίας όπου κυμάτιζαν διαδοχικά βαθαίνοντας λεπτό το λεπτό μια απίστευτη γκάμα αισθημάτων και αντιδράσεων, με μια αποκαλυπτική συναίσθηση του χρόνου όριζε την ισορροπία ανάμεσα στην εκφορά της φράσης και την απαραίτητη σιωπή. Επέτρεπε με απόλυτη φυσικότητα στο θεατή να γευτεί μια-μια τις λέξεις και τα νοήματα, να προλάβει να σκεφτεί και να συναισθανθεί ο ίδιος, παράδινε το σχεδόν αμακιγιάριστο πρόσωπό της στο βλέμμα του με αθωότητα και εμπιστοσύνη, και τον ενέπλεκε στο σπαραγμό της.  Κι όλο αυτά με τέτοια λιτότητα, τόσο απέριττα και φυσικά. Μαγευτική.

Δίπλα της ο Στέφανος Κοσμίδης σε ένα βουβό σχεδόν ρόλο (ο Ρίτσος στον πρόλογό του τον περιγράφει ως «ο νεαρός αρχηγός της φρουράς») καταφέρνει να κάνει αισθητή και απαραίτητη την παρουσία του

 

Advertisements