Σε σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη

(θ. Φούρνος)

         Είχα διαβάσει πολλά για τον Ροντρίγκο Γκαρθία, πολλά και αντιφατικά,  ακόμα περισσότερα μου είχαν διηγηθεί φίλοι και συνάδελφοι που είχαν δει δουλειές του στην Ελλάδα και το εξωτερικό.  Προσωπικά δεν είχε τύχει να δω δουλειά του, παρόλο που είχε έρθει στην Ελλάδα. Ούτε το «After Sun» της Δελφούς, το 2000, ούτε το «Λίαν αιμάσσον. Αιμάσσον. Μισοψημένο. Καμένο», στο Φεστιβάλ Αθηνών, το 2007. Και πραγματικά περίμενα με ανυπομονησία την φετινή του δουλειά  στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών. Αλλά το περίφημο «Πικ Νικ στο Γολγοθά»  μάλλον με απογοήτευσε: ένας έξυπνος, «ψαγμένος» δημιουργός, σαν παιδάκι κατέφευγε σε επιδείξεις ακροτήτων, κουραστικές παλιομοδίτικες υπερβολές και ηχηρές προκλήσεις για την πρόκληση. Για να πει το προφανές: πως η Καθολική Εκκλησία είναι κατασταλτικός μηχανισμός που στηρίζεται σε μυθεύματα και φόβους και να καταγγείλει την κατανάλωση και την κοινωνία της εικόνας (ΕΠΟΧΗ, 27.7.2012). Πήγα, λοιπόν, με μάλλον αρνητική διάθεση να παρακολουθήσω την παράσταση της εκ Θεσσαλονίκης ορμώμενης θεατρικής ομάδας «Angelus Novus», για την οποία φίλοι από την συμπρωτεύουσα με είχαν ωστόσο θετικά προϊδεάσει.

Το «Είστε όλοι της καθάρματα» («Todos vosotros sois hijos de puta», 2002) είναι κατ’ αρχάς ένας προκλητικός τίτλος, αντίστοιχα προκλητικός  με το «Θέλω να φτύσω της τάφους της» του Μπορίς Βιαν, ας πούμε. Είναι χαρακτηριστική η απεύθυνση σε β΄ πληθυντικό, που εξαιρεί τον εκφέροντα το λόγο από το «όλοι», και τον βάζει σε θέση κριτή. Το κείμενο είναι θραυσματικό, βιωματικό, ποιητικό στο πρώτο μέρος, και γίνεται θεωρητικότερο στο δεύτερο, χωρίς ο θεωρητικός στοχασμός να χάνει την απόσπασματικότητα και την ποιητικότητά του. Το «εγώ» κάνει μια προσπάθεια να βγει στον κόσμο και να γενικεύσει αλλά χωρίς να τα καταφέρνει καλά. Σαν να ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο αλλά όχι την πόρτα από την  οποία θα βγει έξω. Ο συγγραφέας παρατηρεί και θυμάται, οργή και πόνος μέσα στην ψυχή του μεθοδεύονται σε ένα κείμενο που –όντας αφήγηση βιωμένων εμπειριών και άρα με την ανάλογη απόσταση από το βίωμα- φέρνει στον θεατή το αποτύπωμα της εμπειρίας και τα αποτελέσματά της, υποχρεώνοντάς τον κάποιες φορές να κατέλθει σε δικά του  αντίστοιχα βιώματα.

         Ο σχεδόν ημερολογιακός χαρακτήρας του ειδικά του πρώτου μέρους  εσκεμμένα αυτοϋπονομεύεται για να προταχτεί η ζωή της αφήγησης και σε τρίτο επίπεδο της παράστασής της:

«Να μιλάς, βρώμικη ιστορία, πρώτα πρέπει να έχεις ζήσει. Να έχεις ζήσει χωρίς να δίνεις και πολλή σημασία σε όσα έχεις ζήσει. Όσοι κρατούν ημερολόγιο ποτέ δεν θα έχουν σημαντικές αναμνήσεις –πρώτ’ απ’ όλα ημερολόγιο πάει να πει συνήθεια- επιμένουν να καταχωρίζουν μεθοδικά όσα έχουν ζήσει στο ίδιο ράφι: η οικιακή επιστήμη του ημερολογίου. Η ζωή σου δεν μπορεί να προσδιοριστεί, το μελάνι θα κηλιδώνει πάντα την πράξη. Γιατί να ζυγιάζεις ένα γεγονός; Άσε κάθε στιγμή να σιγοσβήσει. Άσε να κατακάτσουν τα σκατά».

Η πραγματική ζωή είναι γεμάτη από ματαιώσεις και απογοητεύσεις, η κοινωνία είναι φορτωμένη από επικίνδυνα ιδεολογήματα, ο ανταγωνισμός και ο ατομισμός κυριαρχούν –μια κοινωνία  που δεν εκκοσμίκευσε, αλλά από-ιεροποίησε και διέλυσε αξίες και ιδανικά, μετατρέποντας σε μέγιστο ιδανικό του μέσου ανθρώπου το χρήμα και την επιτυχία, που σημαίνει δύναμη και  επιβολή. Η κραυγή της απόγνωσης πνίγεται, η μοναξιά ροκανίζει τα θεμέλια, αλλά δεν μπορούμε να ζητήσουμε, ντρεπόμαστε να ζητήσουμε, με περίσκεψη και γενναιότητα. Αντίθετα, επιβάλλεται να κατακτήσουμε, με βία και ανυπομονησία. Γι’ αυτό η σκηνοθετική οδηγία του συγγραφέα είναι η εναλλαγή του φιλιού με το χαστούκι, η έκπληξη και των δυο, ανανεούμενη έκπληξη και μια καινούρια κάθε φορά αντίδραση, που μένει όμως ανανταπόδοτη:

«Θα γνωρίσεις κόσμο, θα βυζάξεις ανησυχία. Θα γνωρίσεις κόσμο, θα πιεις τρόμο. Θα γνωρίσεις κόσμο, θα φας άγχος. Θα γνωρίσεις κόσμο, θα βυζάξεις θλίψη. Θα γνωρίσεις κόσμο, θα ρουφήξεις στενοχώρια. Θα γνωρίσεις κόσμο θα καταπιείς λύπη. Θα γνωρίσεις κόσμο, θα πιεις δυσφορία. Θα γνωρίσεις κόσμο, θα βυζάξεις γάλα πικρό. Θα γνωρίσεις κόσμο, θα φας σκατά, κάθαρμα»

         Νευρικός και απελπισμένος λόγος που παίρνει πολιτικά χαρακτηριστικά, διεκδικώντας να αλλάξει αυτό που καταγγέλλει εκθέτοντάς το. Ο αμφισβητίας συγγραφέας  γίνεται έτσι  ηθικός κήρυκας και ο λόγος του, που επιφανειακά φαίνεται τολμηρός και ριζοσπαστικός –μόλις απεκδυθεί το πρώτο επίπεδο-  επιστρέφει στις αρχαίες ρίζες του: το παλιό και αιμάσσον  αίτημα της κάθαρσης που είχε ο ηθικός λόγος των Κυνικών φιλοσόφων.

         Η σκηνοθεσία του Δαμιανού Κωνσταντινίδη ανέδειξε με υπομονή και σύνεση το κείμενο. Σεβάστηκε τους χρόνους και τις σιωπές, άφηνε το χρόνο στο θεατή να ακούσει και να σκεφτεί. Δράττομαι της ευκαιρίας να το πω εδώ:  λείπει συχνά από το θέατρο η αίσθηση του χρόνου, η ανάγκη να ψάξουν ο σκηνοθέτης και οι υποκριτές τα κλάσματα διάρκειας μεταξύ σκηνών και φράσεων, μεταξύ συναισθημάτων και αντιδράσεων, να ελέγξουν τις χρονικές ροές της παράστασης. Και συμβαίνει αυτό ακόμα και σε σπουδαίους σκηνοθέτες ακόμα και σε καλές παραστάσεις.  Η διαρκής κίνηση των σωμάτων, οι είσοδοι και οι έξοδοι στη σκηνή, η εγγύτητα και η απόσταση που έπαιρναν οι ανθρώπινες φιγούρες ήταν προσεγμένες και ομιλητικές. Ο Κωνσταντινίδης δούλεψε πολύ την οπτική και την ηχητική εικόνα, έδωσε στο σκηνικό χώρο τα χαρακτηριστικά του θυσιαστηρίου. Το θυσιαστήριο δεν απέχει πολύ από το σφαγείο, αρκεί να αλλάξει κανείς το πρόσημο, την οπτική γωνία θέασης, την θέση του τόνου.  Κι ενώ άφησε τα σώματα να μιλήσουν με την απλότητα του καθημερινού,  έκανε χώρο στις θρησκευτικές εμμονές του συγγραφέα στήνοντας μια διαλυτική πιετά και ένα μακελεμένο εσταυρωμένο, σα βρέφος εκτεθειμένο στα σκαλιά δημόσιου κτιρίου.

         Τέσσερα νέα παιδιά (Δέσποινα Κολτσιδοπούλου, Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Νίκος Ράμμος και Δημήτρης Φουρλής) ανέλαβαν να παρουσιάσουν το κείμενο και δεν έπεσαν στην παγίδα να ερμηνεύσουν τα συναισθήματα και τις καταστάσεις να ψυχολογήσουν τους «ήρωες» και τα αφηγούμενα, ούτε μαγεύτηκαν από την τολμηρή γλώσσα και εικονοποιία του Γκαρθία ώστε να χάσουν το μέτρο και να τονίσουν την υπερβολή με υπερβολή. Η ερμηνεία είχε την πρέπουσα απόσταση μαζί με μια δηλητηριώδη σταγόνα ειρωνείας που έσταζε από χαμόγελα που ξέμεναν στα πρόσωπα σε παγωμένα ενσταντανέ.

          Το   «Είστε όλοι της καθάρματα», με σαφείς επιρροές από τον Μπουνιουέλ της «Βιριδιάνας» και από τον Μπέκετ του «Τέλους του παιχνιδιού», αποτελεί μια έκρηξη άπαξ –η προσπάθεια του συγγραφέα να κρατηθεί στα ίδιο υφολογικά και μορφολογικά μονοπάτια θα καταλήξει σε αδιέξοδο. Αντίθετα είναι φανερό ότι οι «Angelus Novous» είναι σε καλό δρόμο έρευνας και τόλμης. Είθε να συνεχίσουν.

ΕΠΟΧΗ, 30.9.2012

Advertisements