Ο Άδωνης Γεωργιάδης είναι βουλευτής του πλειοψηφούντος αυτή τη στιγμή κόμματος στο ελληνικό κοινοβούλιο (και πρώην υφυπουργός), ενώ ο Θέμος Αναστασιάδης είναι διευθυντής της πρώτης σε κυκλοφορία εφημερίδας της χώρας μας. Πράγματα που οφείλουμε να μην παραγνωρίζουμε, όταν πρόκειται να μιλήσουμε για την πολλοστή επίθεση κατά της ελευθερίας του λόγου, η οποία ενορχηστρώνεται από τους εν λόγω κυρίους, μια επίθεση η οποία προβάλλεται, όπως πάντα, ως άμυνα: του «απλού», «απροστάτευτου» ανθρώπου, του «κοσμάκη», του «έλληνα που έχει γίνει πια ξένος στην ίδια του τη χώρα», του «μέσου φορολογούμενου πολίτη», του «αγνού και άδολου πατριώτη» που κάποιοι «διανοούμενοι», «βολεμένοι», «προνομιούχοι», «κουλτουριάρηδες», οι οποίοι «τρέφονται από τα χρήματα τού [πάντοτε κακού, σπάταλου και τεράστιου] κράτους», θέλουν να τον αποκόψουν από τις παραδόσεις και την ιστορία του.
         Αφού λοιπόν καταδικάσουμε την πολλοστή επίθεση εναντίον της ελευθερίας του λόγου, ας περάσουμε στα «δεδομένα» της τρέχουσας «μάχης»: η Λένα Κιτσοπούλου ανεβάζει μια θεατρική παράσταση στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, η οποία βασίζεται στο εξής εύρημα: ο Αθανάσιος Διάκος «επιστρέφει» στις μέρες μας ως ένας «μέσος» έλληνας οικογενειάρχης, ιδιοκτήτης σουβλατζίδικου, η δε γυναίκα του τον απατά. Το έργο ανέβηκε για τρεις παραστάσεις τον Ιούλιο, και όπως μαθαίνουμε πήγε καλά εισπρακτικά. Την πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, το «Πρώτο θέμα» κυκλοφορεί με πύρινο άρθρο εναντίον του «στόρι» της παράστασης, εναντίον της συγγραφέως που «τολμά» να παρουσιάζει τέτοια αίσχη, καθώς και όσων κρατικών λειτουργών χρηματοδότησαν το ανέβασμα ενός τέτοιου («αντεθνικού») θεάματος, την ώρα που «ο κοσμάκης πεινάει». Το ρεπορτάζ διανθίζεται από μια (παλιότερη) γυμνή φωτογραφία της κυρίας Κιτσοπούλου, καθώς κι από μια (πετσοκομμένη και παλιότερη) «προκλητική» δήλωσή της, σύμφωνα με την οποία καλό θα ήταν πολλές ελληνίδες να πάνε με μαύρους. Το εν λόγω ρεπορτάζ, αφού αναπαρήχθη από δεκάδες μπλογκς «αποκαλυπτικού» και «πατριωτικού» περιεχομένου (τα οποία συνήθως ταυτίζονται), έγινε αντικείμενο τριών επερωτήσεων στη Βουλή. Κάπως έτσι, άρχισε το πολλοστό επεισόδιο της μάχης μεταξύ «προοδευτικών» και «πατριωτών». Αυτή τη φορά, βέβαια, οι «προοδευτικοί» επιφυλάχθηκαν να υπερασπιστούν το «στόρι» της παράστασης το οποίο (κι αυτός είναι ο λόγος που επιμένω) θεωρήθηκε (ως συνήθως) ως η ίδια η παράσταση. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;
         Καταρχάς, θα ήθελα να προειδοποιήσω ότι δεν είμαι κριτικός θεάτρου, δηλαδή (σύμφωνα με τον πνευματικό καταμερισμό της εργασίας) «ειδικός» επί του «αντικειμένου», παρ’ ότι ο περιορισμένος χώρος αυτού του κειμένου δεν μου επιτρέπει να θίξω όσο θα ήθελα (κι όσο θα όφειλα) αυτή την καταστατική συνθήκη. Ας μην θεωρηθεί, όμως, ως συμπέρασμα της προειδοποίησης, το ότι δεν «δικαιούμαι» να μιλήσω επί της παράστασης. Δεν δικαιούμαι να μιλήσω, επειδή δεν την έχω δει. Γνωρίζω, όμως (κι αυτό το έχω μάθει στο ελληνικό σχολείο, στο οποίο, τελικά, κάτι μαθαίνει κανείς…) ότι ούτε το «περιεχόμενο», ούτε «το θέμα», ούτε το επίδικο της τραγωδίας «Οιδίπους Τύραννος» είναι ότι «κάποιος σκότωσε τον πατέρα του και τεκνοποίησε με τη μητέρα του». Ακόμα και στο συνοικιακό, δημόσιο Λύκειο όπου πήγαινα, αν κανείς ισχυριζόταν κάτι τέτοιο, η καθηγήτρια θα τον βαθμολογούσε με ένα ολοστρόγγυλο μηδενικό. Ο διαχωρισμός ανθρώπων σε «στρατόπεδα» υπέρμαχων και επικριτών της «αισθητικής», δηλαδή της «ηθικής» ενός «στόρι», θα ήταν γελοίος αν δεν ήταν τραγικός.
         Ένα θέμα είναι, όμως, ο ολοκληρωτικός λόγος του Θέμου Αναστασιάδη και των επερωτούντων βουλευτών. Οφείλει να αναλυθεί ξεχωριστά. Και μάλιστα επειγόντως – διότι είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε είτε όχι, αυτός είναι ο λόγος που κυριαρχεί σήμερα δημοσίως. Αλλά αυτός ο λόγος δεν μπορεί να αναλυθεί και εκτός των συναφειών του με άλλους λόγους, οι οποίοι επίσης συνδέονται μαζί του, αν και όχι «προφανώς». Θα ήταν απαραίτητο, για παράδειγμα, να συνδεθεί ο λόγος του «πατριώτη» Αναστασιάδη με αυτόν του «διασκεδαστή» Αναστασιάδη, κι αυτοί οι δύο (;) με τον λόγο λ.χ. του «αντικρατιστή-εκσυγχρονιστή» Ηλία Κανέλλη, των «φιλελεύθερων» αρθρογράφων της «Καθημερινής» ή του «Βήματος» και των «καταγγελλόντων» και «αποκαλυπτικών» δελτίων των «μικρών» καναλιών.
         Δεν θα επεκταθώ περισσότερο, αλλά δεν θα αλλάξω και θέμα. Θα προσφύγω όμως απευθείας στον λόγο της εγκαλουμένης κυρίας Κιτσοπούλου, δηλαδή στην «προσβλητική» (κατά την εφημερίδα και τους επερωτώντες βουλευτές) παλαιότερη δήλωσή της, παραθέτοντας την ολόκληρη:
«Οι Έλληνες μοιάζουν μεταξύ τους, επειδή ακόμα δεν μάθανε να ανακατεύονται με άλλες φυλές. Είναι ακόμα ρατσιστές και θέλουν να διαιωνιστεί η δική τους φάτσα, ο δικός τους κώλος, κι ας είναι δύο επί δύο, δεν έχει σκεφτεί ποτέ ο Έλληνας πατέρας ‘μακάρι την κόρη μου να τη γαμούσε ένας ωραίος μαύρος, να βγει το εγγονάκι μου ωραίο.’ Όοοχι. Προτιμάει να διαιωνίσει την φάτσα, προτιμάει το εγγονάκι του να γίνει 1,50 μ. στο ύψος, αλλά να του μοιάζει. Στ’ αρχίδια του αν το εγγονάκι δεν θα παίξει ποτέ στην ομάδα μπάσκετ του σχολείου, αρκεί να του μοιάζει».
        Σε μόλις πέντε φράσεις, παρελαύνουν όλα τα στερεότυπα του κυρίαρχου λόγου: το ανάδελφο των ελλήνων και η ιστορική άγνοια («δεν μάθανε να ανακατεύονται με άλλες φυλές»). Ο γνήσιος φυλετικός ρατσισμός με ανεστραμμένο πρόσημο ([όλοι] οι έλληνες είναι…, [όλοι] οι μαύροι είναι…). Ακόμα και η επίκληση στο εθνικό μας σπορ (αγνοώντας, βέβαια, τη σωρεία κοντών που διέπρεψαν σε αυτό…).
        Η προηγούμενη δήλωση, εντέλει, δεν είναι «εκτός θέματος»: Με την ίδια ευκολία που οι κατήγοροί της διαστρέφουν την καλλιτεχνική ουσία μιας θεατρικής παράστασης, ταυτίζοντάς την με την «ηθική» του «στόρι» της, έτσι και η κ. Κιτσοπούλου μετατρέπει έναν εθνικό ήρωα (στερεότυπο) σε σύγχρονο «κωλοέλληνα» σουβλατζή (επίσης στερεότυπο)… Όμως, τα καλλιτεχνικά έργα, αλλά και τα σύμβολα και οι «σημασίες», κρίνονται, ακόμα και εξοντωτικά, αποδομούνται, μέχρι τελευταίου μορίου, πάντως δεν σαβουρώνονται ελαφρά τη καρδία.
         Ας το πω ξεκάθαρα: αυτά που συνδέουν τους (καταδικαστέους) «πατριώτες» με τον λόγο της κυρίας Κιτσοπούλου είναι περισσότερα απ’ όσα τους χωρίζουν. Από τα στερεότυπα και τον ρατσισμό, μέχρι το πιο οφθαλμοφανές απ’ όλα: μερικές φορές, ιδίως στον σημερινό καπιταλισμό, σημασία δεν έχει το περιεχόμενο αλλά η παραγωγή της πρόκλησης, η οποία θα στρέψει το ενδιαφέρον του κοινού στο εμπόρευμα. Οφείλουμε να παράγουμε καταναλωτές για το εμπόρευμα που πουλάμε, ακόμα κι αν δεν είναι αυτό που φαίνεται. Ακόμα κι αν είναι μπαγιάτικο. Ως γνήσιοι παραγωγοί (και καταναλωτές) προϊόντων της «πολιτιστικής βιομηχανίας», έστω κι αν απευθύνονται σε διαφορετικά target groupς, ο Θέμος Αναστασιάδης και η Λένα Κιτσοπούλου το ξέρουν καλύτερα από εμάς.
Υστερόγραφο
Ακόμα κι αν καταχωρηθώ στη χορεία των «λαϊκιστών», οφείλω να το σημειώσω: Την ίδια στιγμή που γράφτηκαν μερικές χιλιάδες λέξεις «υπέρ» και «κατά» της κυρίας Κιτσοπούλου, μια φασιστική συμμορία δολοφονεί ανθρώπους. Επίσης, ένας κρατικός μηχανισμός καταστολής συγκεντρώνει κάποιους ανθρώπους σε στρατόπεδα, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιεί πλαστικές σφαίρες εναντίον άλλων, που υπερασπίζονται το περιβάλλον της περιοχής τους από σχέδια «εθνικών εργολάβων». Τέλος, υπεύθυνοι και καθόλα δημοκράτες αριστεροί συνυπογράφουν τα γνωστά «μνημονιακά». Θα σημειώσω, απλώς, ότι για να υπάρχει ελευθερία της σκέψης χρειάζονται δύο πράγματα. Πρώτον, να υπάρχουν άνθρωποι. Και δεύτερον, να υπάρχουν άνθρωποι που σκέφτονται διαφορετικά από τον κυρίαρχο λόγο.
Αυγή, 9.9.2012
Advertisements