Το φετινό Ελληνικό Φεστιβάλ ήταν ακριβώς όπως το περιμέναμε, είχε υποστεί δηλαδή όλες τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Το πρόγραμμα άργησε να δημοσιευτεί και ήταν μάλλον ανερμάτιστο και πρόχειρο, χωρίς κεντρικό άξονα, ο προϋπολογισμός είχε υποστεί δραματικές περικοπές, η διάρκειά του ήταν μικρότερη από κάθε άλλη χρονιά, ωστόσο δεν ήταν χωρίς ενδιαφέρον.

Ελληνικές συμμετοχές

         Σύμφωνα με στοιχεία που δόθηκαν ως ένας πρώτος απολογισμός, τις παραστάσεις, σε Αθήνα και Επίδαυρο, παρακολούθησαν περίπου 132.000 θεατές (έναντι 180 περίπου χιλιάδων εισιτηρίων πέρυσι) και οι εισπράξεις ανήλθαν σε περίπου 2.325.000 ευρώ. Οι εκδηλώσεις ήταν λιγότερες, υπερτερούσαν οι ελληνικές παραγωγές (19 σε σύνολο 25 συνολικά θεατρικών παραστάσεων), ξαναγυρνάμε δηλαδή στην προ του 2005 εποχή. Το χαρακτηριστικότερο πάντως ήταν ο περιορισμός των χώρων που χρησιμοποιήθηκαν για τις εκδηλώσεις, όπου τη μερίδα του λέοντος είχε η Πειραιώς.

          Στο κομμάτι της Αθήνας, και για το θέατρο που αφορά τη στήλη, ο Δημήτρης Λιγνάδης ανέβασε μια αινιγματικών προθέσεων με σύμμειξη ετερόκλητων στοιχείων «Δεσποινίδα Τζούλια του Στρινμπερκ και ο Γιάννης Καλαβριανός συνέχισε τη δουλειά του με την ομάδα του Sforaris σε ένα δρόμο γόνιμο και ποιητικό με την παράσταση «Γιοι και κόρες», μια αναζήτηση της μνήμης και της ευτυχίας. Ο «Δον Κιχώτης» των Blitz είχε τη συνήθη ποιότητα των παραστάσεων της εκλεκτής ομάδας αλλά τα ευρήματα εξαντλούνταν στο α΄ μισό και η επανάληψή τους υποβάθμιζε το σε γενικές γραμμές πάντων ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Η Σύλβια Λιούλιου αναμετρήθηκε με ένα δύσκολο κείμενο, τον «Λάμπρο» του Σολωμού, και δεν θα πάψουμε να λέμε πως, παρά τις αγαθές προθέσεις των δημιουργών και τις δημιουργικές επεμβάσεις τους, δεν μπορούμε να ανεβάζουμε τα πάντα στη σκηνή. Με θέματα που άπτονται προβληματισμών που γεννά η πολύ σύγχρονη πραγματικότητα καταπιάστηκε ο Σάκης Παπακωνσταντίνου στο «La commune grecque», ενώ ο νεαρός Ευριπίδης Λασκαρίδης θέλησε να κατέβει στα βάθη του ασυνείδητου (‘Ώσμωση») και η Λένα Κιτσοπούλου ασχολήθηκε με τον Αθανάσιο Διάκο, σε μια δουλειά που η ειρωνεία συναγωνιζόταν την πίκρα για τα γεγονότα και τα μη γεγενημένα. Δυστυχώς, δεν είδαμε το «Μουσείο Ανθρώπινης Συμπεριφοράς» του Νίκου Διαμαντή, μια εγκατάσταση που η περιγραφή της την έδειχνε πολύ υποσχετική.

Ξένες παρουσίες

         Από τις ξένες παρουσίες, ο Αργεντίνος Τολκατσίρ με το «Τρίτο Σώμα» ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση, απογοητευτικός απεδείχθη ο πολυθρύλητος Ροντρίγκο Γκαρθία, με το «Πικ νικ στο Γολγοθά» (ΕΠΟΧΗ, 24.6), αναμενόμενης ποιότητας αλλά όχι εξαιρετικές οι παραστάσεις της βερολινέζικης Σαουμπίνε, που βλέπουμε περίπου κάθε χρόνο, και που φέτος αντικατέστησε τις παραστάσεις του Μπερλίνερ Ανσάμπλ και του Βασιλικού Θεάτρου της Στοκχόλμης, που ματαιώθηκαν για οικονομικούς λόγους. Μιλάμε για την «Επιστροφή του Οδυσσέα», ένα άνοιγμα του ιστορικού σχήματος στο μουσικό θέατρο, σε σκηνοθεσία και μουσική διεύθυνση του Ούγγρου Ντάβιντ Μάρτον και η «Δεσποινίς Ζυλί» του Στρίνμπεργκ σε σκηνοθεσία της Κάτι Μίτσελ (Πολύ θα θέλαμε να δούμε κάποτε μια παράσταση με το κείμενο του Στρίνμπεργκ αυτούσιο και όχι πειραγμένο. Είναι τόσο πλούσιο και δυνατό, που αποτελεί πρόκληση για ένα ικανό σκηνοθέτη, και δεν προχωρούμε το σχόλιο περαιτέρω). Τέλος, επειδή η Φιόνα Σω διαθέτει πολύ μεγάλο ταλέντο, αρκεί η ίδια στη σκηνή για να ταξιδέψει κανείς αρκετά χιλιόμετρα και να τη δει (Επίδαυρος με το ποίημα ενός μεγάλου Άγγλου ποιητή, του Κόλεριτζ, «Η μπαλάντα του ναυτικού). Σχεδόν στο σύνολό τους οι ομάδες και οι σκηνοθέτες δεν δούλεψαν πάω σε θεατρικό κείμενο αλλά προτίμησαν τη δραματουργική επεξεργασία θεματικών ή κειμένων από διάφορα είδη του λόγου (ποίημα, μαρτυρία κτλ). Ως εκ τούτου, αναμενόμενο ότι η παρουσία ξένου ρεπερτορίου ήταν ελάχιστη.

Η επιστολή των 80

Ποιος απειλεί τον κ.Λούκο;

          Δέκα μέρες μετά τη λήξη του Φεστιβάλ και σχεδόν ταυτόχρονα με την δημοσίευση της πρώτης αποτίμησής του στο τύπο, εμφανίστηκε μια επιστολή στήριξης στον διευθυντή του Φεστιβάλ, κ. Γιώργο Λούκο, υπογεγραμμένη από 80 εξέχοντες καλλιτέχνες, πολλών εκ των οποίων την δουλειά έχουμε χαρεί συχνά στην επταετία του κ. Λούκου στο τιμόνι του Φεστιβάλ. Απευθύνεται στον πρωθυπουργό, που έχει διατελέσει ο ίδιος υπουργός πολιτισμού με ανύπαρκτη παρουσία και έργο, παρακάμπτοντας τον αρμόδιο υπουργό.

          Η επιστολή προκαλεί μερικά ερωτήματα: Λέγεται ότι ο κ. Λούκος πρόκειται να εκδιωχθεί από την διεύθυνση του Φεστιβάλ, κάτι που έχει πει και ίδιος σε συνεντεύξεις του τον τελευταίο καιρό( π.χ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 8.4..2012. «Αν δεν με θέλουν, ας μου το πουν»). Στους χώρους του θεάματος –αλλά και στα σαλόνια της πολιτικής- όντως ακούγονται πολλά και πολλά ισχύουν. Η θητεία του κ. Λούκου έχει λήξει στα μέσα του καλοκαιριού και δεν έχει γίνει λόγος για ανανέωση. Όμως, μια τέτοια καταγγελία χρειάζεται σαφές υποκείμενο. Από ποιον ή ποιους συγκεκριμένα κινδυνεύει ο κ. Λούκος. Η δημοσίευση δεν μπορεί να αφορά μόνο τον κόσμο των παροικούντων την καλλιτεχνική Ιερουσαλήμ. Απευθύνεται σαφώς και στο κοινό, τον απλό κόσμο, που δεν ξέρει πρόσωπα και πράγματα. Αυτόν τον κόσμο που τρέχει στις παραστάσεις του Φεστιβάλ και πληρώνει εισιτήριο και που μέρος των δικών του φόρων καλύπτει τα έξοδα της διοργάνωσής του. Και το δεύτερο ερώτημα: γιατί; Ποια συμφέροντα εξυπηρετεί μια τέτοια κίνηση της κυβέρνησης και του περί τον πολιτισμό υπευθύνου, κ. Τζαβάρα –ή μήπως δεν είναι αυτός; Και ποιος ή ποιοι είναι υποψήφιοι για τη θέση του; -η ερώτηση δεν αφορά πάντως τους συντάκτες της επιστολής. Ο κ. Λούκος έκανε καλή, αρκετά καλή τουλάχιστον, δουλειά στο Φεστιβάλ.

         Όταν υπήρχαν χρήματα, ομολογουμένως έφερε στην Αθήνα σπουδαίους καλλιτέχνες, ονόματα που εμείς οι απλοί άνθρωποι, των οποίων ο μισθός δεν αρκεί για να ταξιδεύουμε στις καλλιτεχνικές πρωτεύουσες του κόσμου για να δούμε, τώρα πια δεν φτάνει ούτε για να τους δούμε στην Ελλάδα- δεν θα είχαμε ποτέ απολαύσει. Αλλά και πολλοί καλλιτέχνες ωσαύτως, και είναι αυτό μέρος της δουλειάς ενός τέτοιου θεσμού. Οι γνώσεις μας εμπλουτίστηκαν, το καλλιτεχνικό μας κριτήριο οξύνθηκε, έχουμε πια αναφορές και συγκρίσεις. Το νεανικό κοινό ωφελήθηκε περισσότερο αλλά και διαμορφώθηκε ένα νεανικό κοινό.

         Βεβαίως οι επιλογές του ήταν κυρίως από τη Γερμανία και τη Γαλλία, ενώ το Φεστιβάλ χρηματοδότησε εν μέρει ξένες παραστάσεις που έκαναν πρεμιέρα στην Ελλάδα. Δεν είδαμε σχεδόν καθόλου αμερικάνικο θέατρο ή θέατρο από την Αφρική και την Ασία. Στο ελληνικό μέρος, στηρίχτηκε σε σίγουρα ονόματα, που τα είδαμε αρκετές φορές, αλλά έκανε χώρο και σε νεαρούς, σχετικά άγνωστους καλλιτέχνες, μολονότι και εδώ οι επιλογές ήταν περιορισμένες και συγκεκριμένες, ωστόσο δεν οργάνωσε μια δουλειά σε βάθος χρόνου που να αφήσει στίγμα, αισθητική και καλλιτεχνική υποδομή (ΕΠΟΧΗ, 4.9.2011). Επίσης οι Έλληνες καλλιτέχνες «ρίχτηκαν» στις αμοιβές, αφού το φεστιβάλ τους χρωστά αρκετά χρήματα.

          Όταν έλειψαν τα χρήματα, η ποιότητα και η ποικιλία, η τόλμη και οι εκπλήξεις του πρώτου καιρού, ξεθώριασαν αρκετά. Ο πολιτισμός είναι ακριβός, αλλά παράγει και πλούτο. Και αυτό είναι το αδύνατο σημείο του Φεστιβάλ, ούτε η ελληνική πολιτεία φρόντισε να το κάνει πόλο έλξης ούτε ο κ. Λούκος δούλεψε επαρκώς προς αυτή την κατεύθυνση. Και όμως μπορούσε να γίνει και αυτό να φέρει έσοδα αλλά και να δημιουργήσει νέες προκλήσεις.

          Τέλος, για να μην υπάρχουν ψίθυροι, θα έπρεπε να δημοσιεύονται τακτικότερα και λεπτομερειακά τα οικονομικά του Φεστιβάλ.

         Δεν ταυτίζουμε ένα πρόσωπο με ένα θεσμό

         Όσο λάθος είναι να εκμηδενίζουμε την προσφορά των ανθρώπων στους θεσμούς και την συμβολή τους στην ισχυροποίηση των θεσμών, άλλο τόσο λάθος είναι να ταυτίζουμε τον θεσμό με ένα πρόσωπο. Σε κανένα αξίωμα δεν πρέπει να υπάρχει ισοβιότητα.

         Σε άλλα σημεία πρέπει ωστόσο να επικεντρώσουμε. Και πάλι βρισκόμαστε μπροστά σε μια νοοτροπία κομματικοποίησης των θεσμών, άρα αλλαγής των επικεφαλής θεσμών και οργανισμών για τέτοιους λόγους, αλλά και μπροστά σε κομματικές και ενδοκομματικές έριδες. Γιατί σε μια τόσο δύσκολη περίοδο οικονομικής κρίσης, όταν η κυβέρνηση ιδιωτικοποιεί οσονούπω τον ΟΠΑΠ και στερεί από τον πολύπαθο πολιτισμό ένα αναντικατάστατο κονδύλι εσόδων, αλλάζει τον διευθυντή του Φεστιβάλ –ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, πλην παραπόνων ουδέποτε άσκησε σοβαρή κριτική στην ανύπαρκτη έως ισοπεδωτική πολιτιστική πολιτική του δικομματισμού και τώρα του μνημονίου και του καταλογίζεται. Για να αποκαταστήσει πρόσωπα φίλα προσκείμενα στην μνημονιακή κυβέρνηση –ίσως και στον ίδιο τον πρωθυπουργό προσωπικά;

Τι θα γίνει με το Φεστιβάλ;

          To κυρίαρχο, όμως, ερώτημα είναι άλλο: ποια θα είναι η μοίρα του Φεστιβάλ τα επόμενα χρόνια; (και εδώ υπάρχει ευθύνη του διευθυντή του, που έχει κάνει ελάχιστα για τη θωράκισή του). Η επιστροφή στην ελληνική αυτοαναφορικότητα, όπως μας προϊδέασε ο κ. Τζαβάρας άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του; Η παράδοση σε μορφές καλλιτεχνικής δημιουργίας χωρίς πειραματισμούς και ο προσανατολισμός σε φτηνές παραγωγές; Το κλείσιμο του Φεστιβάλ; Ή η αμαχητί παράδοσή του εντελώς σε ιδιωτικά συμφέροντα –άτομα, εταιρείες και Ιδρύματα-, που θα χρησιμοποιήσουν τους έτοιμους χώρους, το όνομα, τις όποιες υποδομές και κυρίως θα επιβάλουν τις επιλογές τους στο θέατρο, μονοπωλώντας καλλιτέχνες, κατευθύνσεις και ρεύματα; Άλλωστε είναι γνωστό και ίσχυε ανέκαθεν ότι η εμπλοκή με την τέχνη δημιουργεί συμβολικό κεφάλαιο, επενδύει το όνομα με δόξα και λαϊκή αποδοχή, πολύ χρήσιμη στην περίπτωση που ο περί ου ο λόγος θέλει να έχει άμεση σχέση με την πολιτική, για την υπόγεια δεν συζητάμε, ή ξεπλένει χρήμα.

Advertisements