Ο Λυδός Πακτύης, διηγείται ο Ηρόδοτος στο πρώτο βιβλίο της «Ιστορίης» του, χρησιμοποίησε το χρυσό που του εμπιστεύτηκε ο Κύρος για να τον μεταφέρει στην Περσία για να οργανώσει στρατό και να παρακινήσει τους Λυδούς σε στάση. Έξαλλος ο Κύρος αποφάσισε να τιμωρήσει το λαό των Λυδών, αλλά τελικά πείστηκε από τον Κροίσο, να εκδικηθεί μόνο τον Πακτύη και τους συν αυτώ. Έστειλε, λοιπόν, τον Μήδο Μάζαρη να του φέρει ζωντανό τον Πακτύη, που στο μεταξύ είχε καταφύγει ικέτης στην Κύμη της Αιολίδας, για να τον τιμωρήσει. Ο Μάζαρης με το στρατό του έφτασε στην Κύμη και ζήτησε να του παραδώσουν τον ικέτη.
Τρομαγμένοι οι Κυμαίοι από τον στρατό που είχε στρατοπεδεύσει έξω από την πόλη τους και απειλούσε με πολιορκία, έστειλαν θεοπρόπους στο ναό των Βραγχιδών, που τον σέβονταν όλοι οι Αιολείς και οι Ίωνες, και ζήτησαν χρησμό από το θεό, αν πρέπει να παραδώσουν τον ξένο. Και ο θεός, αντίθετα από όσα όριζαν  τα ηθικά και τα δίκαια των Ελλήνων για τους πανάρχαιους νόμους της ιερής φιλοξενίας, είπε να τον παραδώσουν. Γύρισαν πίσω οι θεοπρόποι και μετέφεραν τον παράξενο χρησμό, που, όμως, καθόλου δεν ξένισε τους Κυμαίους  ίσα-ίσα τους ανακούφισε, αφού ο θεός πήρε την ευθύνη. Και ετοιμάστηκαν να παραδώσουν τον ικέτη.
Ένας νέος άντρας, όμως, ο Αριστόδικος, που είχε φήμη συνετού ανθρώπου, ένιωσε πως κάτι δεν πήγαινε καλά, του φαινόταν αδιανόητο να έχει δώσει ο θεός τέτοιο χρησμό και ζήτησε επίμονα να σταλεί νέα αντιπροσωπία στο ναό των Βραγχιδών και να είναι κι αυτός ένας των απεσταλμένων. Σκεπτόταν μήπως οι θεοπρόποι από φόβο αλλοίωναν τον χρησμό και φόρτωναν την απαράδεκτη προτροπή στο θεό. Πράγματι, νέα αντιπροσωπία από την Κύμη πήγε στο ναό των Βραγχιδών και ο ίδιος ο Αριστόδικος υπέβαλε το ερώτημα. Και πάλι ο θεός έδωσε την ίδια απάντηση.

Τα σκυλιά κατασπαράσσουν τον Ακταίωνα (ερυθρόμορφος κρατήρας του 470 π.Χ.)

Ο Αριστόδικος υποψιάστηκε ότι πίσω από την επιμονή του θεού σε κάτι τόσο ανόσιο, κρυβόταν κάτι σκοτεινό. Άλλο ήθελε να πει ο θεός και δεν το καταλάβαιναν. Κι άρχισε αμίλητος να χαλάει τις φωλιές των σπουργιτιών που κατοικούσαν γύρω από το ναό. Τα σπουργίτια ήταν τα ιερά πουλιά του θεού και η πράξη του νέου άνδρα ιδιαίτερα ασεβής.
Τότε, σε μια από τις ωραιότερες ακουστικές επιφάνειες που βρίσκουμε σε αρχαίους συγγραφείς, ακούστηκε η οργισμένη φωνή του θεού, «άφρονα θνητέ, γιατί ξεφωλιάζεις τα σπουργίτια μου;». Ο Αριστόδικος συνέχισε για λίγο αμίλητος τη δουλειά του κι έπειτα απάντησε στο θεό: «κι εσύ γιατί δίνεις τέτοιες συμβουλές στους συμπολίτες μου;». Ο θεός για άλλη μια φορά απάντησε με οργή στο θνητό «Για να κάνετε το λάθος και η πόλη σας να καταστραφεί, αφού τολμήσατε και σκεφτήκατε να ζητήσετε χρησμό για το αυτονόητο: να παραδώσετε ικέτη στο διώκτη του».

η αστυνομία κτυπά με βαναυσότητα (φοιτητές, εργαζόμενους, μετανάστες… εσένα, εμένα… όποιον αναρωτηθεί γιατί αυτός ο κόσμος είναι έτσι…)

Πολιτικοί σαν τον Αριστόδικο χρειάζονται για να λυθεί το μεταναστευτικό -στην Ευρώπη τουλάχιστον. Επίμονοι, διορατικοί, με αρχές,  έξυπνοι, τολμηροί, να τα βάλουν με θεούς και δαίμονες, να δείξουν – και να επιμείνουν σ’ αυτό-τις πραγματικές αιτίες μετακίνησης των πληθυσμών, να διακρίνουν τον απελπισμένο εκείνο που φεύγει από τον τόπο του ρισκάροντας τη ζωή του για να φτάσει κάπου όπου ελπίζει ότι τον περιμένει μια καλύτερη ζωή από τον άθλιο εγκληματία που σε αγαστή συνεργασία με τη ντόπια μαφία σκορπίζουν ανενόχλητοι τον τρόμο σε Έλληνες και μετανάστες. Που θα σκίσουν τις συμφωνίες που υπέγραψαν οι οσφυοκάμπτες προκάτοχοί τους που ήθελαν να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα των ποικίλων αφεντικών τους και θα επαναδιαπραγματευτούν με τόλμη και παρρησία νέες, με γνώμονα τον ανθρωπισμό –οπωσδήποτε τον ανθρωπισμό- και το καλό της χώρας.  Οι επιδεικτικές επιχειρήσεις, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα παρόμοια –δεν χρειάζεται να μπει σε συζήτηση αυτό- δεν λύνουν το πρόβλημα. Αντίθετα, εθίζουν σε ολοκληρωτικές λογικές, δημιουργούν δρόμους νέας εκμετάλλευσης μεταναστών και Ελλήνων, διαιωνίζουν το φόβο, ενώ μεταθέτουν το ενδιαφέρον της κοινωνίας από τη μνημονιακή λαίλαπα στον εύκολο στόχο του ξένου. Ωθούν στη διάχυση του δηλητήριου ναζιστικών αντιλήψεων με πολύχρωμους μανδύες, που διευκολύνουν την διείσδυσή τους στις συνειδήσεις ειδικά ευάλωτων στρωμάτων, όπως οι νέοι που δεν βλέπουν μπροστά τους μέλλον. Πώς θα ψάξει τις αιτίες μια κοινωνία που έχει ξεχάσει να σκέφτεται με τέτοιους τρόπους, που την επηρεάζει τόσο πολύ  ο ακραίος λόγος της τηλεόρασης; Την περιβαλλοντική καταστροφή που δημιουργεί στην Ασία και την Αφρική η δυτική οικονομία και ο καπιταλισμός και στερεί πόρους από εκατομμύρια ανθρώπους… Τους πολέμους, τις δικτατορίες…  Τις αλλαγές στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα… Το φόβο… Την ελπίδα ακόμα, γιατί όχι, για κάτι καλύτερο…
Το μεταναστευτικό απαιτεί αντιμετώπιση, σθεναρή, γενναία, χωρίς στερεότυπα και παρωπίδες, αλλιώς θα είναι πάντα ένα επικίνδυνο άλλοθι και ο προνομιακός τόπος άνθισης ιδεών που η δουλειά τους είναι να αποσαθρώνουν κοινωνίες και να αφήνουν το κεφάλαιο να λυμαίνεται  τις ζωές μας ανενόχλητο. Και η Αριστερά οφείλει να σταθεί με σοβαρότητα απέναντι στο ζήτημα, με πολιτικές αναλύσεις. Να αναπτύξει θέσεις. Να κάνει προτάσεις. Μέχρι τώρα φοβάμαι ότι κινείται στην ευκολία των ευχολογίων,  στη μακαριότητα των γενικεύσεων. Δεν ξυπνάς (και κυρίως δεν κρατάς σε εγρήγορση) μια κοινωνία με τα προβλήματα της ελληνικής  μόνο με διαδηλώσεις και συγκρούσεις. Ο διαγκωνισμός σε μεγάλα λόγια, πύρινες λεκτικές καταδίκες χρειάζεται αλλά δεν φτάνει.  Καμιά φορά, χωρίς να το θέλουμε,  οδηγεί μάλιστα  ακριβώς στο αντίθετο. Εκείνη η ξεχασμένη λέξη «διαφώτιση» ας επανέλθει στο λεξιλόγιο και την πρακτική μας. Γειτονιά τη γειτονιά, πόρτα-πόρτα ακόμη…  Να αλλάξουν συνειδήσεις. Λίγες στην αρχή, θα πληθύνουν σιγά-σιγά. Αλλά αυτό θέλει στοχευμένη κινηματικότητα, οργάνωση, επιμονή, υπομονή, αντοχή και καλά πολιτικά επιχειρήματα.

(στη σελίδα μου του facebook, 9 Αυγούστου 2012)

Advertisements