Giotto, Ο Εσταυρωμένος, περ.1300

           Θρησκευτικές οι ρίζες του θεάτρου και η κριτική θρησκευτικών φαινομένων και ιδεών δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί πρόκληση για τους καλλιτέχνες. Από τον Ευριπίδη ακόμη, με τις Βάκχες και όχι μόνο. Άλλωστε, τα θρησκευτικά ζητήματα έχουν αδιαμφισβήτητο πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο, μολονότι πολλές φορές αυτονομούνται και παίρνουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις (π.χ. η επικράτηση του μονοφυσιτισμού στην Αίγυπτο ως αντίδραση στην επίσημη εκκλησία της Κων/πολης από τον 5ο αι. και μετά ή οι λόγοι διάδοσης προτεσταντικών αιρέσεων, με έμφαση στις έννοιες του σχεδίου του Θεού και της Χάρης, στις κοινότητες των Μαύρων τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Ν. Αφρική κτλ).

         Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια έμφαση γύρω από τέτοια ζητήματα και τα θρησκευτικά θέματα μπαίνουν ορμητικά στη θεατρική σκηνή, ζωογονώντας φιλοσοφικούς αλλά και καλλιτεχνικούς προβληματισμούς, ορίζοντας τολμηρές διαδρομές σκέψης και καλλιτεχνικής δημιουργίας είτε απλά ρίχνοντας χαριτωμένα βέλη κριτικής στο συντηρητισμό της κοινωνίας ποτισμένα σε γενναίες δόσεις χιούμορ. Κάποτε με διάθεση υπαρξιακών αναζητήσεων και μεταφυσικών ανησυχιών, μια κυριολεκτική θρησκευτική και μεταφυσική αναζήτηση με πλαίσιο την εκκοσμικευμένη κοινωνία και τις αντιθέσεις ανάμεσα στο λόγο και την πίστη, το πραγματικό/ιστορικό και το ιερό, και άλλοτε, συνήθως αυτό μάλιστα, χρησιμοποιώντας τα θρησκευτικά θέματα και τις θεολογικές έρευνες ως μεταφορές πολιτικών προβληματισμών. Σύνηθες φαινόμενο τέτοιες δημιουργίες να εγείρουν την αντίδραση πιστών και να προκαλούν μικρά ή μεγαλύτερα σκάνδαλα από κύκλους θρησκευόμενων φονταμενταλιστών, δείχνοντας πόσο οι δυτικές κοινωνίες έχουν περιορισμένη ανεκτικότητα –για τις μουσουλμανικές δυστυχώς η έννοια είναι σχεδόν ανύπαρκτη- πόσο ο συντηρητισμός και η ελευθερία διακίνησης των ιδεών είναι έννοιες διιστάμενες.

Σκηνή από την παράσταση

Ένας Σταυρός από ψωμάκια χάμπουργκερ

         Συνέπεσε στην αρχή του ελληνικού καλοκαιριού να έχουμε δύο παραστάσεις με έργα που επιχειρούν αιρετικές και πολυεπίπεδες αναγνώσεις των Γραφών. Μιλώ για το Πικνίκ στο Γολγοθά του Ροντρίγκο Γκαρσία και το Corpus Christi του Σάιμον Μακ Νάλυ. Ο Ροντρίγκο Γκαρθία (Μπουένος Άιρες, 1964), που στην Ελλάδα τον γνωρίσαμε με την παράσταση «Λίαν αιμάσσον. Αιμάσσον. Μισοψημένο. Καμένο»  (Ελληνικό Φεστιβάλ 2007), είναι καλλιτέχνης ακραίος, προκλητικός, μερικές φορές αγγίζει την ωμότητα. Στο «Πικνίκ στο Γολγοθά» επιχειρεί να αφηγηθεί τη ζωή του Ιησού και ιδίως τα Πάθη και τη Σταύρωση μέσα από την έννοια της κατανάλωσης. Ο Ιησούς του Γκαρσία είναι ένας δημαγωγός. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσέγγιση της έννοιας της αναπαράστασης (πίνακες ζωγραφικής που αναπαριστούν το θείο Πάθος –και η κατανάλωση της κουλτούρας ως συμβολικού κεφαλαίου- και ταυτόχρονα βιντιακή προβολή (Ramón Diago) των τεκταινομένων πάνω στη σκηνή σε μια γιγαντοοθόνη που, μεγιστοποιώντας τις εικόνες, εντείνει τα αρνητικά συναισθήματα των θεατών: ενοχή, απέχθεια, αηδία). Παράλληλα, ακούγεται ένα κείμενο με φιλοσοφική διάθεση, που ανατέμνει την σύγχρονη κοινωνία και τον άνθρωπο μέσα σ’ αυτή, αποδίδει ευθύνες στον άνθρωπο για την πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση της εποχής μας, ταυτίζει το κακό με την δραστηριότητα των ανθρώπων που οδηγεί σε μίση, πολέμους και καταστροφές. Κείμενο ποιητικό και πολύ πυκνό, μολονότι σαρωτικό και κάπως ισοπεδωτικό, κατά σημεία σαρκαστικό, που δημιουργεί δυσκολίες παρακολούθησης στο θεατή. Ενώ, μαζί με την εικόνα του εκπεσόντος αγγέλου που φτάνει στη γη με τα χέρια ανοιχτά, της σταυρός το σώμα του, ανακαλεί τις πρώτες σκηνές από την ταινία του Βίμ Βεντερς «Τα φτερά του έρωτα».

         Ο Γκαρσία είναι εξαιρετικά ευφάνταστος και πολύ ευφυής. Διαθέτει ένα βιτριολικό χιούμορ, ποτισμένο ειρωνεία, στα όρια του χλευασμού. Δεν φοβάται να φτάσει στα άκρα, ίσα-ίσα θέλει να προκαλέσει. Παρ’ όλ’ αυτά της της ο ανεξάντλητος στρόβιλος ευρημάτων κουράζει γρήγορα. Η αρχική πρόθεση θολώνει μέσα στα χρώματα και της προκλήσεις. Το χωρίς λόγο γυμνό και στην ποσότητα που υπάρχει στην παράσταση γρήγορα κουράζει (το γυμνό πια δεν σοκάρει στην σκηνή και μόνο σαφώς αιτιολογημένο μπορεί να λειτουργήσει ως φορέας νοημάτων, αλλιώς είναι μια παιδική σκανταλιά, συνήθως κακόγουστη). Η θαυμάσια ομολογουμένως εκτέλεση των «Τελευταίων λόγων του Χριστού πάνω στο Σταυρό» του Χάυντν από τον πολύ καλό πιανίστα Μάριο Φορμέντι –γυμνός κι της, αλλά γιατί;- δεν δικαιολογείται επαρκώς (η πρόθεση είναι μάλλον προφανής: η αγωνία του Σταυρού και το βάρος της θυσίας δεν φαίνονται στο, ως μουσική σύνθεση, γοητευτικό έργο του Χάυντν, που αποτελεί όμως μέρος μιας πολιτιστικής κληρονομιάς για λίγους, για την αστική τάξη). Μια διάθεση απομυθοποίησης της τέχνης για λίγους, λοιπόν;- Πάντως έμενε έωλο μέσα στο σύνολο. Το «Πικνίκ στο Γολγοθά» άφηνε στον θεατή μια επίγευση αμήχανη αν όχι πικρή, την αίσθηση του ανολοκλήρωτου και του τρικυμισμένου.

Και ένας εναλλακτικός Εσταυρωμένος

          Το βίο και τα Πάθη του Ιησού έχει ως θέμα του και το έργο του Τέρενς Μακ Νάλυ «Corpus Christi» που ανέβασε για λίγες μόνο παραστάσεις ο Λαέρτης Βασιλείου στο «Χυτήριο». Το βιογραφικό υλικό του Ιησού προέρχεται από κείμενα που κατασκευάστηκαν τον 1ο μ.Χ. αι. και ως τον 5ο αι. συνεχιζόταν η προσθήκη λεπτομερειών και επεισοδίων, τόσο για τον ίδιο όσο και για τα οικεία του πρόσωπα. Είναι μια πρωθύστερη κατασκευή –στα πρότυπα του είδους της βιογραφίας που ήταν ιδιαίτερα αγαπητό στον κόσμο της Ύστερης Αρχαιότητας. Όταν η γενιά στα πλαίσια της οποίας έδρασε ο Ιησούς άρχισε να φτάνει στο βιολογικό της τέλος και δεν είχε ακόμα έρθει η Βασιλεία των Ουρανών –δηλαδή η κυριαρχία των Χριστιανών- οι κοινότητες άρχισαν να εκφράζουν αμφισβητήσεις. Απάντηση στις αμφισβητήσεις αυτές ήταν η κατασκευή βιογραφιών –Ευαγγέλια και απόκρυφα κείμενα- που, από τη μια υπεράσπιζαν

Σκηνή από την παράσταση

 σθεναρά τη θεϊκότητα, από την άλλη απομάκρυναν έντεχνα την «Δευτέρα Παρουσία» σε ένα άγνωστο βάθος χρόνου, ενώ οι βασικές θέσεις του χριστιανισμού, τα βασικά δόγματα περνούσαν στην συνείδηση των πιστών. Το πιο αινιγματικό πρόσωπο της Σταύρωσης ήταν και παρέμεινε ο Ιούδας. Άτιμος; Προδότης; Ή μήπως μια άλλη μορφή θυσίας; Αυτός που δέχτηκε τον άθλιο ρόλο για να προχωρήσει η θυσία; Κι από την άλλη, το πρόσωπο του Ιησού ήταν γνωστό, ελεύθερα κυκλοφορούσε και κήρυττε μέσα στην πόλη; Γιατί χρειαζόταν κάποιος να τον παραδώσει και μάλιστα νύχτα; Δεν μπορούσε να γίνει κάπου αλλού διακριτικά η σύλληψη; Ο θόρυβος που ξεσήκωσε το περίφημο Ευαγγέλιο του Ιούδα , πριν από λίγο καιρό –παρεμπιπτόντως γνωστό πολύ νωρίτερα στους κύκλους των μελετητών του πρώιμου χριστιανισμού- δείχνει την γοητεία –θετική ή αρνητική- που ασκεί ακόμα ο Ιούδας, την μεγάλη απορία που αντιπροσωπεύει.

          Η παράσταση δεν είχε την ευρηματικότητα, τον πλούτο και την φαντασία του «Πικνίκ», είχε όμως μια στέρεη και κεντραρισμένη πολιτική ανάγνωση ενός προκλητικού και εμβληματικού για την gay κουλτούρα έργου από τον Λαέρτη Βασιλείου, που έστησε μια παράσταση ισορροπημένη, με σαφή πρόταση, με έντονα συγκινησιακά φορτία που διέρρεαν ένα συγκεκριμένο και επίκαιρο πολιτικό προβληματισμό.» Μπορεί να υπάρξει ένας εναλλακτικός τύπος ηγέτη;» ήταν το ερώτημα που έθεσε ο Βασιλείου. Ο σκηνοθέτης –που στις μέχρι τώρα δουλειές του δουλεύει με συνέπεια το θέμα της διαφορετικότητας- επέλεξε να μην επικεντρωθεί σχεδόν καθόλου στα ομοφυλοφιλικά στοιχεία που συνθέτουν την ερμηνεία της σχέσης Ιούδα και Ιησού κατά τον ΜακΝάλυ –χωρίς όμως να τα απαλείψει βίαια και ολοσχερώς. Είδε στο πρόσωπο του Ιησού και στην ομάδα του των δώδεκα, μια πολιτική κίνηση και ένα εναλλακτικό μοντέλο ηγέτη, που, σε αντίθεση με ό,τι η φεμινιστική πολιτική επιστήμη ονομάζει «πατριαρχικό μοντέλο πολιτικού», διαλέγει ένα δρόμο ειρήνης, τρυφερότητας και αγάπης, που περνάει μέσα από την κουλτούρα και την ψυχική καλλιέργεια. Ένα μοντέλο πολιτικού «θηλυκό» θα λέγαμε. Εδώ ο πολιτικός αρχηγός ενσαρκώνει τα οράματα της ομάδας και θυσιάζεται για την προώθηση των αιτημάτων της, ιδίως την κοινωνία του σεβασμού της διαφορετικότητας, της ελευθερίας και της αλληλεγγύης. Πολύ καλή η μουσική επένδυση με το θέμα από την ταινία «Allons-enfants» των Αδελφών Ταβιάνι, έδινε επικότητα και ρυθμό. Συνεπείς ερμηνείες (Αλέξανδρος Αχτάρ, Λαέρτης Βασιλείου, Θοδωρής Ελευθεριάδης, Στέφανος Οικονόμου, Δημήτρης Όντος, Ηλίας Παπακωνσταντίνου, Χρυσόστομος Παπανικολάου, Νικόλας Πιπέρας, Αχιλλέας Σκεύης, Πάνος Τρουμπoυνέλης, Γιώργος Τσάμης, Φώτης Τσοτουλίδης, Νικόλας Χατζηβασιλειάδης) και προσεγμένοι «σκιώδεις» φωτισμοί (Κατερίνα Μαραγκουδάκη).

ΕΠΟΧΗ, 24.7.2012

Advertisements