Ο Λαέρτης Βασιλείου παρουσιάζει  μια πολιτική διάσταση του γνωστού έργου του Μακ Νάλυ στο Θέατρο «Χυτήριο»

(Συνέντευξη)

Ο Τέρενς Μακ Νάλυ έγραψε το Corpus Cristi το 1997 και έκτοτε το έργο έχει ανέβει σε πολλές σκηνές της Αμερικής και της Ευρώπης, με μεγάλη επιτυχία αλλά πάντα προκαλώντας έντονες αντιδράσεις, εξαιτίας της τολμηρής εκδοχής του Ιησού και των Παθών και της σύνδεσής του με την  gay  κουλτούρα. Περιπέτεια, μικρή ευτυχώς και χωρίς ιδιαίτερες συνέπειες- είχε και η πρώτη παρουσίασή του στην Ελλάδα, όταν από δυο δικηγορίνες ζητήθηκε να σταματήσει η παράσταση ενώ υποβλήθηκε και η σχετική μήνυση. Η Διεθνής Ένωση Θεατρικών Κριτικών πριν από λίγους μήνες είχε καταγγείλει εχθρικές ενέργειες και οχλήσεις των συντελεστών της παράστασης «Περί του προσώπου του Υιού του Θεού» (Ελληνικό Φεστιβάλ 2011) του Ρομπέρτο Καστελούτσι στην Ιταλία. Σε όλο τον κόσμο οι καλλιτέχνες υφίστανται άλλοτε απηνείς και άλλοτε ελαφρύτερες διώξεις για το έργο τους, ειδικά όταν αφορά θέματα θρησκείας, δείχνοντας ότι οι σύγχρονες δυτικές  κοινωνίες όσο κι να το διατείνονται, ούτε ανεξίθρησκες είναι ούτε όσο νομίζουν  ανεκτικές. Έννοιες όπως βλασφημία, προσβολή της ιερότητας κτλ. εμφανίζονται ως κατηγορίες, βάζοντας επικίνδυνα όρια στην καλλιτεχνική ελευθερία και στην ελευθερία διακίνησης ιδεών. Πολύ περισσότερο, που κανείς δεν υποχρεώνεται να κοινωνήσει ένα καλλιτεχνικό προϊόν. Το παρακολουθεί ιδία θελήσει και το κρίνει –όσο αυστηρά θέλει- ως περιεχόμενο και μορφή, αλλά όχι ασκώντας λογοκρισία και απαγορεύοντάς το.  Ο συντηρητισμός και η θρησκοληψία καλά κρατεί και μάλιστα στους δύσκολους καιρούς μας –με την οικονομική κρίση και την πολιτική έκπτωση- οξύνεται. Πρέπει επίσης να παρατηρήσουμε ότι, μολονότι πάντοτε τα θρησκευτικά ζητήματα απασχολούσαν το θέατρο, τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι παραστάσεις με θέμα από τις Γραφές. Τα θρησκευτικά σύμβολα γοητεύουν, προκαλούν τους καλλιτέχνες και τους χρησιμεύουν για να δημιουργηθούν προκλήσεις, μελετώνται με γνώμονα υπαρξιακά ερωτήματα και μεταφυσικές ανησυχίες είτε λειτουργούν ως μεταφορές για πολιτικούς προβληματισμούς.

Με αφορμή την περιπέτεια της πρεμιέρας του Corpus Christi στην Ελλάδα, συναντήσαμε τον σκηνοθέτη του Λαέρτη Βασιλείου (Εμιγκρέδες, Ένας στους Δέκα) και συζητήσαμε μαζί του για το έργο και τις πολιτικές διαστάσεις που του δίνει η ανάγνωσή του στη συγκεκριμένη παράσταση.

Κ. Βασιλείου, το Corpus Christi είναι ένα αμερικανικό έργο του τέλους του 20ου αι., που παρουσιάζει μια τολμηρή εκδοχή του Ιησού και των Παθών. Μεταφέρει  την ιστορία στο σύγχρονο Τέξας και ο Ιησούς και οι Απόστολοι είναι μια gayκοινότητα. Πώς αποφασίσατε να ανεβάσετε το έργο αυτό; 

Λαέρτης Βασιλείου (Λ.Β.): Τον περασμένο χειμώνα δούλευα με την κ. Βάσια Παναγοπούλου στην παράσταση Αλήτες Θεατρίνοι. Μου έδωσε να διαβάσω μερικά έργα κι ένα από αυτά ήταν το Corpus Christi. Πρέπει να σας πω ότι, μολονότι θεωρείται ένας ύμνος στην gay  κουλτούρα, όταν το διάβασα, αυτό το στοιχείο δεν το είδα καθόλου, δεν με ενδιέφερε. Αντιθέτως, είδα την ιστορία μιας ομάδας ανθρώπων που προσπαθεί να δημιουργήσει  ένα ηγέτη, ο οποίος θα υπηρετήσει το σύνολο και τον σπρώχνει στην ύστατη θυσία. Είναι ένα έργο για τη διαφορετικότητα αλλά και την προδοσία. Το βρήκα μάλιστα πολύ επίκαιρο για την προεκλογική περίοδο που ζούμε.

Δηλαδή είδατε στο έργο ένα πολιτικό περιεχόμενο, σας δημιούργησε προβληματισμούς για την έννοια του ηγέτη και το ρόλο του.

Λ.Β.: Ακριβώς. Το έργο μιλάει για ένα παιδί  που μεγαλώνει στο Τέξας, σε ένα κόσμο σκληρό και άγριο. Αυτό όμως είναι ένα διαφορετικό παιδί, που έχει ως σύνθημα της ζωής του τη φράση «αγαπάτε αλλήλους», αλλά η κοινωνία του  δεν έχει ουδεμία σχέση μ’ αυτή την ιδέα. Οι άνθρωποι γύρω του σκέφτονται μοναχά να προετοιμάσουν τους νέους να είναι σκληροί και ανάλγητοι, για να επιβιώσουν στη ζούγκλα. Πηγαίνει σε ένα σχολείο από αυτά τα μεγάλα, διάσημα ιδιωτικά κολλέγια –που υπάρχουν πια όχι μόνο στο εξωτερικό αλλά και στην Ελλάδα, και τα οποία ετοιμάζουν ηγέτες που δεν έχουν κατά νου το κοινωνικό καλό, τη δημιουργίας μιας κοινωνίας με ενότητα και αλληλεγγύη, αλλά το μόνο που θέλουν είναι να ηγηθούν πάση θυσία και πατώντας επί πτωμάτων.

Από την παράσταση

Το έργο του Μακ Νάλυ προτείνει ένα άλλο τύπο ηγέτη;

Λ.Β.: Ναι, φυσικά. Ο ηγέτης που προτείνει ακούει με την καρδιά, αγαπάει την ποίηση, πηγαίνει στο θεατρικό όμιλο, του αρέσει η μουσική, ενώ η εκπαίδευση που δέχεται επιμένει πως τα αγόρια πρέπει να είναι σκληρά, αδίστακτα, να ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, να πιστεύουν στη βία.

Περιγράψατε ένα τύπο διανοούμενου πολιτικού, που ξεφεύγει από αυτά της πατριαρχίας και του καπιταλισμού. Προτείνει, λοιπόν, ως εναλλακτική την ηπιότητα και την κουλτούρα, την ανθρωπιά, ένα μοντέλο περισσότερο «θηλυκό»;

Λ.Β.: Θα σας πω την αφορμή από την οποία γράφτηκε το έργο και νομίζω ότι εξηγεί πολλά: ένα παιδί, θύμα της σχολικής βίας, αυτοκτόνησε και αυτό κινητοποίησε τον συγγραφέα να σκεφτεί και οδηγήθηκε να γράψει το συγκεκριμένο έργο.

Πάντως δεν είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται το πρόσωπο του Ιησού χωρίς την ιερότητα της θρησκείας. Σκέφτομαι τον ανθρώπινο Ιησού στα «Κατά Ματθαίον Πάθη» του Παζολίνι, αίφνης…

Λ.Β.: Έχω επηρεαστεί από τον Παζολίνι, μολονότι είχα περισσότερο στο νου μου τους Αδελφούς Ταβιάνι και το «Allons-enfants». Άλλωστε έχω χρησιμοποιήσει το μουσικό θέμα της ταινίας στην παράσταση.

Το έργο έχει προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις κατά καιρούς. Είχατε  κι εσείς μια γεύση κάποιου είδους λογοκρισίας τις προάλλες….

Λ.Β.: Ναι, δυο δικηγορίνες, έχοντας ετοιμάσει από τα πριν ένα εμπεριστατωμένο φάκελο με δημοσιεύματα, συνεντεύξεις κτλ. χαρακτήρισαν το έργο βλάσφημο. Την περασμένη Πέμπτη, πριν από την  παράσταση, εμφανίστηκαν δυο αστυνομικοί και πολύ ευγενικά ζήτησαν από τους 4 πρώτους ηθοποιούς που εμφανίστηκαν στο θέατρο να τους ακολουθήσουν στο τμήμα. Εκεί, αφού συμπληρώσαμε κάποια στοιχεία και με τη βοήθεια των δικηγόρων του ΣΕΗ, μας άφησαν ελεύθερους και επιστρέψαμε στο θέατρο. Η παράσταση, ηρωική παράσταση, παίχτηκε κανονικά αλλά με μιάμιση ώα καθυστέρηση. Το φοβερό ήταν ότι το κοινό περίμενε υπομονετικά και στο τέλος μας έδιναν χαρτάκια με ονοματεπώνυμο και τηλέφωνο, μήπως και κάτι χρειαζόμασταν…

Η αφίσα της παράστασης

Πληθαίνουν τα έργα και οι παραστάσεις με θρησκευτικά θέματα που χρησιμοποιούνται είτε ως έρευνες υπαρξιακών ερωτημάτων ή σαν μεταφορές πολιτικοκοινωνικών προβληματισμών. Πέρυσι είδαμε το «Περί του προσώπου του Υιού του Θεού» του Καστελούτσι, φέτος ο έχουμε τον Ρομπέρτο Γκαρσία, στην Ελλάδα ο Περικλής Μουστάκης, ο Καλαβριανός, για να μείνουμε στα πιο πρόσφατα… Γιατί συμβαίνει αυτό, κατά τη γνώμη σας, με δεδομένο ότι όλοι σας ρισκάρετε αντιδράσεις  από μια μερίδα συντηρητική και θρησκόληπτης της κοινωνίας.

Λ.Β.: Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι στροφή σε θρησκευτικά σύμβολα, αλλά η ανάγκη να φανεί ότι η εξουσία  ελέγχει τους πολίτες, κρατώντας τους στο σκοτάδι και την άγνοια. Οι κοινωνίες, όμως, τώρα πια, χάρη στη θυσία κάποιων γονιών, που με θυσίες σπουδάζουν τα παιδιά τους, έχουν πολλούς μορφωμένους ανθρώπους στους κόλπους τους, ενημερωμένους, που δεν δέχονται να εξουσιάζονται. Είναι αυτό που μάθαμε από την αρχαία Ελλάδα, πως πολίτης είναι αυτός που νοιάζεται για τα κοινά, δεν είναι ιδιώτης, και ξέρουμε τι έφτασε να σημαίνει στις σύγχρονες γλώσσες ο ιδιώτης, ο idiot. Απ’ τη στιγμή που ξυπνάς το πρωί και ανασαίνεις μέχρι το βράδυ δεν έχεις επιλογή να μην  ασχολείσαι με την πολιτική. Στις μέρες μας έγινε επάγγελμα, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι στη Βουλή που πληρώνονται για να αποφασίζουν για μας. Σε 4 μέρες έχουμε εκλογές, αν καθόμαστε απλώς στον καναπέ και παρακολουθούμε ειδήσεις, τότε δεν είμαστε ενεργοί πολίτες. Όμως γύρω μας υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που πεινούν, αυτοί χρειάζονται ελπίδα, το μόνο που έχουν να χάσουν –κοινότοπο αυτό που θα πω, αλλά θα το πω- παρά μόνο τις αλυσίδες τους. Αυτά είδα στο έργο: ένα παιδί που θέλει να αλλάξει τον κόσμο.

Οι παραστάσεις ήταν λίγες και το έργο έχει επιτυχία. Σκέφτεστε να το συνεχίσετε;

Λ.Β.: Ίσως το χειμώνα, επειδή πράγματι έχει μεγάλη επιτυχία. Είναι μια πολυπρόσωπη παραγωγή, 12 ηθοποιοί, και ξέρετε πόσο δύσκολο είναι αυτό στους καιρούς μας . Για το καλοκαίρι διαμορφώνουμε τον κήπο του «Χυτήριου» ώστε να μπορεί να λειτουργήσει σαν ένας χώρος όπου θα μπορεί κανείς να πιεί κάτι, να δροσιστεί, να συναντήσει φίλους, ομότεχνους… Θα χρησιμοποιήσουμε παλιά σκηνικά, καθίσματα και τραπέζια από παραστάσεις… Επίσης θα προβάλουμε ταινίες –παλιές και νεότερες- που γυρίστηκαν με βάση θεατρικά έργα.

Ταυτότητα παράστασης:

Απόδοση κειμένου: Βάσια Παναγοπούλου και Λαέρτης Βασιλείου
Σκηνοθεσία και Μουσική Επιμέλεια: Λαέρτης Βασιλείου

Σκηνικά – Κοστούμια: Φωτεινή Μουτάφη
Επιμέλεια Κίνησης: Μαριέλα Νέστορα
Βίντεο: Χρήστος Δήμας
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη

Βοηθός Σκηνοθέτη: Χαρά Ζησιμάτου

Ερμηνεύουν: Αλέξανδρος Αχτάρ, Λαέρτης Βασιλείου, Θοδωρής Ελευθεριάδης, Στέφανος Οικονόμου, Δημήτρης Όντος, Ηλίας Παπακωνσταντίνου, Χρυσόστομος Παπανικολάου, Νικόλας Πιπέρας, Αχιλλέας Σκεύης, Πάνος Τρουμπoυνέλης, Γιώργος Τσάμης, Φώτης Τσοτουλίδης, Νικόλας Χατζηβασιλειάδης

ΕΠΟΧΗ, 17.6.2012

Advertisements