ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ Χ. ΓΕΩΡΓΟΥΛΑ στην ΕΠΟΧΗ, 20.5.2012

Τα αποτελέσματα των εκλογών και οι μετεκλογικές δημοσκοπήσεις, που καταγράφουν τη θεαματική ενίσχυση και τη συνεχιζόμενη άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, έδωσαν λαβή για μάλλον επιφανειακούς παραλληλισμούς της πορείας του ΣΥΡΙΖΑ με τα πρώτα στάδια της πορείας του ΠΑΣΟΚ. Ορισμένοι μάλιστα, με λαμπερούς ακαδημαϊκούς τίτλους στις αποσκευές τους, δεν δίστασαν  να μιλήσουν ουσιαστικά για επανάληψη της ιστορίας: όπως το νεαρό ΠΑΣΟΚ του ΄70 αποσύνθεσε και αφομοίωσε τις πολιτικές δυνάμεις του κέντρου, έτσι και σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ αποσυνθέτει τις δυνάμεις που συσπείρωνε το ΠΑΣΟΚ, για να  τις αφομοιώσει  σε ένα νέο ΠΑΣΟΚ. Αν τα πράγματα έχουν κάπως έτσι, τότε πώς δικαιολογείται η ανησυχία των κυρίαρχων μέχρι σήμερα δυνάμεων του πολιτικού συστήματος; Αν επρόκειτο για μια απλή ανασύσταση του δικομματικού σχήματος με κάποιες αναπροσαρμογές των δύο πυλώνων του, τότε προς τι η καταστροφολογία και η επίκληση των σεισμών, λιμών, λοιμών και καταποντισμών που απειλεί να προκαλέσει  τάχα η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ; Δεν μπορεί κανείς να την αποδώσει μόνο σε μια δικαιολογημένη αναταραχή, που προκαλεί πάντοτε η διατάραξη των παραδοσιακών ενδοσυστημικών πολιτικών ισορροπιών. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ, εν παρενθέσει, ότι , κατά παράδοξο τρόπο, η εκτίμηση της ηγεσίας του ΚΚΕ σε αυτό το σημείο συμπίπτει με τους αναλυτές αυτής της κατηγορίας. Μόλις προχθές η Αλ. Παπαρήγα κατήγγειλε ως κίβδηλο το δίλημμα που, κατά τη γνώμη της, θα επιχειρηθεί να κυριαρχήσει στις επικείμενες εκλογές: “Κυβέρνηση της δεξιάς ή κυβέρνηση της αριστεράς;”. Yπονοώντας τι; Ότι το δεύτερο σκέλος της διάζευξης δεν είναι  στην πραγματικότητα αριστερά; Ή ότι το ΠΑΣΟΚ, που κατείχε μέχρι χθες τη θέση αυτή , δεν τοποθετείται,εκ των πραγμάτων πια,  στα δεξιά του πολιτικού φάσματος; Στην πραγματικότητα, υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές ανάμεσα στα δύο “φαινόμενα”, που δικαιολογούν τη σοβαρή ανησυχία των πολιτικών αντιπάλων του ΣΥΡΙΖΑ – και την αισιοδοξία των οπαδών του.

Η διαφορετική κατεύθυνση του βέλους

Η βασική λειτουργία που επιτέλεσε το ΠΑΣΟΚ στις δεκαετίες του ΄70, ήταν η, κατά κάποιο τρόπο, φυσιολογική αφομοίωση των κεντρώων σχηματισμών με τον ταυτόχρονο μετασχηματισμό τους σε συστατικό της νέας (μεταδικτατορικής πια) κεντροαριστεράς, που ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αρχίσει να συγκροτεί μέσα στην Ένωση Κέντρου προδικτατορικά. Ως προς αυτή τη λειτουργία τού ΠΑΣΟΚ, μπορεί κάποιος να βρει αναλογίες, όχι όμως και ομοιότητες, με τη λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα. Ο ΣΥΡΙΖΑ συσπείρωσε δυνάμεις της αριστεράς, αρκετά ανομοιογενείς μάλιστα, και πάνω σε αυτή τη βάση ανέπτυξε την εκλογική επιρροή του προτάσσοντας  το αίτημα της συνεργασίας, της ενότητας και της ανασύνθεσης της αριστεράς. Το κατόρθωσε δε μετά από μια ικανή περίοδο κοινής δράσης των δυνάμεων αυτών στα κινήματα, στους κοινωνικούς αγώνες, σε ριζοσπαστική κατεύθυνση, και όχι στη βάση της αποσύνθεσής τους. Το μείγμα που διαμορφώθηκε, δεν προέκυψε από την ένταξη μιας φθίνουσας πολιτικής δύναμης στην κυριαρχία μιας δεδομένης δεσπόζουσας πολιτικής οργάνωσης. Ακόμη και η πρόσφατη προσχώρηση στον ΣΥΡΙΖΑ δυνάμεων που απεγκλωβίζονται από το ΠΑΣΟΚ, γίνεται με όρους ισοτιμίας και αριστερής ανασύνθεσης. Στην αμέσως επόμενη φάση, τέλη της δεκαετίας του’70 με μέσα της δεκαετίας ‘80, το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε να φέρει σε πέρας μια άλλη βασική λειτουργία : τη μετάγγιση εκλογικών και κοινωνικών δυνάμεων , που παραδοσιακά συμπορεύονταν με την αριστερά, στη μεγάλη δεξαμενή της “δημοκρατικής παράταξης”. Η λειτουργία αυτή, παρά τα “προωθημένα” συνθήματα της περιόδου (“στις δεκαοκτώ σοσιαλισμό”) , στην πραγματικότητα συνέβαλε στην ουσιαστική ανακοπή της ριζοσπαστικοποίησης που είχε ενισχυθεί στη διάρκεια της δικτατορίας, και στην (παρ)εκτροπή των ισχυρών αριστερών ρευμάτων στην κοίτη της κεντροαριστεράς. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι δυνάμεις, λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένες, που εντάχθηκαν στο ΠΑΣΟΚ ή συνεργάστηκαν μαζί του, δεν το μετακίνησαν ούτε κατά το ελάχιστο προς τα αριστερά. Αντίθετα, η περίοδος που ακολούθησε την εκλογική του νίκη του 1981, υπήρξε περίοδος συντηρητηκοποίησης του Κινήματος και – τουλάχιστον – αδρανοποίησης των δυνάμεων που συνέτρεξαν το ΠΑΣΟΚ. Με λίγα λόγια, και εξαιτίας λαθών και αδυναμιών της αριστεράς, το ΠΑΣΟΚ λειτούργησε στο πεδίο αυτό ως υποδοχέας και εκτροπέας στρωμάτων και δυνάμεων, που άλλοτε βρισκόταν υπό την επιρροή της αριστεράς, συμβάλλοντας στη συντηρητική τους στροφή.

Η αντιστροφή του ρεύματος. 

Αντίθετα, σήμερα με τον ΣΥΡΙΖΑ παρατηρείται αντίστροφη ροή. Στρώματα λαϊκά, εγκλωβισμένα επί δύο δεκαετίες στο δικομματισμό, στοιχημένα κυρίως πίσω από το ΠΑΣΟΚ, απελευθερώνονται, στρέφονται αυθόρμητα προς τα αριστερά, όχι πάντα εν πλήρει συνειδήσει, αλλά πάντως εν γνώσει της διαφοράς προσανατολισμού. Η αριστερά ενισχύεται αντί να αφαιμάσσεται. Ιδίως η ριζοσπαστική αριστερά. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ δεν γίνεται σε βάρος της υπόλοιπης αριστεράς, η οποία – τουλάχιστον – διατηρεί τις δυνάμεις της. Είναι η πρώτη φορά που η εξέλιξη των πραγμάτων λειτουργεί προσθετικά για το σύνολο και δεν περιορίζεται σε μια εσωτερική ανακατανομή, που τροφοδοτείται από τις ίδιες τις σάρκες της αριστεράς. Η κυριότερη ίσως διαφορά του τότε με το σήμερα είναι ότι η πολλαπλή σημερινή κρίση ριζοσπαστικοποιεί τις εργαζόμενες τάξεις, τα λαϊκά στρώματα, που ωθούν την ίδια την αριστερά…αριστερότερα, ζητώντας λύσεις που προϋποθέτουν συγκρούσεις με δομές και συμφέροντα. Δηλαδή, δεν αρκούνται πια σε έναν εκδημοκρατισμό που έρχεται σε σύγκρουση με μια αντιδημοκρατική ή δημοφοβική δεξιά. Αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν να ικανοποιηθούν οι ανάγκες τους με τη συμμετοχή στην εξασφάλιση προνομίων, με τη νεκρανάσταση μιας πελατειακής σχέσης. Συνειδητοποιούν τη στερεότητα της συλλογικής κοινωνικής ασφάλειας έναντι της επισφάλειας της ατομικής εξυπηρέτησης ατομικών συμφερόντων.

Ο επαναπατρισμός της ίδιας της αριστεράς

Είμαστε, λοιπόν, μάρτυρες όχι απλώς ενός επαναπατρισμού ψηφοφόρων στις κάλπες της αριστεράς, αλλά του επαναπατρισμού της ίδιας της αριστεράς στα γενέθλια εδάφη: στον τόπο συνάντησης των κινητοποιημένων λαϊκών δυνάμεων με την πολιτική οργάνωση που είναι δυνατόν να εκφράσει τα συμφέροντα τους όχι ως άθροισμα ατομικών συμφερόντων, αλλά ως συλλογικό συμφέρον της μεγάλης πλειονότητας του λαού. Αν το συνειδητοποιήσουμε και το αποδεχθούμε αυτό ως πρόκληση, θα κατανοήσουμε γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορούσε, και να ήθελε, να γίνει ΠΑΣΟΚ στη θέση του ΠΑΣΟΚ. Αν αποτύχει σε αυτό το διαφορετικό έργο που αναλαμβάνει, θα αποτύχει για άλλους λόγους κι όχι γιατί αντέγραψε τάχα  το ΠΑΣΟΚ.

Χ. Γεωργούλας

ΕΠΟΧΗ, 20.5.2012

Advertisements