Σε μια μικρή παρέμβασή μας (ΕΠΟΧΗ, 29.11.2009) , στις προηγούμενες εκλογές, όταν είχε πέσει η γνωστή γκρίνια του χώρου για το χαμηλό ποσοστό μας, τονίζαμε πως αυτό που θα έπρεπε να προσέξουμε είναι μια σκιά που μεγαλώνει στη χώρα μας και την Ευρώπη: τις ακροδεξιές ιδέες. Το πρόβλημα μάλιστα που επισημαίναμε τότε δεν ήταν η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση –με αφορμή τα σχετικά υψηλά ποσοστά τότε του ΛΑΟΣ- αλλά η διάχυση τέτοιων ιδεών στην κοινωνία, ακόμα και ανάμεσα σε ομάδες πολιτών που η ψήφος τους ποτέ δεν στήριξε κομματικές εκφράσεις τέτοιων ιδεολογικών χώρων.

Η άνοδος των ακροδεξιών ιδεών δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Την βλέπουμε και σε άλλες ευρωπαϊκές και στην αμερικανική κοινωνία, μολονότι υπάρχουν  διαφορές στην έκφραση και το εύρος τους, αλλά και στους λόγους που τις γεννούν.

 

Η είσοδος της «Χρυσής Αυγής» στο Κοινοβούλιο με πανελλαδικό ποσοστό 6,97% και 21 βουλευτές πρέπει να αντιμετωπιστεί από την ελληνική κοινωνία και από την Αριστερά με μεγάλη προσοχή και κυρίως με πολιτικούς όρους. Είναι αλήθεια πως δυσκολεύεται πολύ κανείς να δεχτεί πως υπάρχουν και ίσως θάλλουν τέτοιες ιδέες στην ελληνική κοινωνία. Δυσκολεύεται θυμικά και έχοντας κατά νου ένα παρελθόν αγώνων κατά του φασισμού και του ναζισμού. Όμως δίπλα στην μεγάλη αντίσταση του λαού μας ενάντια στους ναζί Γερμανούς κατακτητές, δίπλα στο ΕΑΜ και το αντάρτικο, υπήρξαν και πολλοί δοσίλογοι, κουκουλοφόροι, συνεργάτες των Γερμανών, που εν πολλοίς αποτέλεσαν τη μαγιά του παρακράτους, που φτάνει ως τις μέρες μας.

Η ξαφνική έλευση ενός πολύ μεγάλου αριθμού μεταναστών την τελευταία δεκαπενταετία έβγαλε την ελληνική κοινωνία πολύ απότομα από την μακαριότητα της  εθνικής ομοιογένειας. Ιδεολογικές εμμονές –σε όλο το πολιτικό φάσμα- για το όμαιμον και ομόγλωσσον (που μπορεί να έπαιρναν άλλα ονόματα αλλά ο πυρήνας ήταν αυτός) διαταράχθηκαν έντονα. Ο ξένος, ο άλλος, μπήκε στη ζωή μας και κάποιοι τον αισθάνθηκαν ως απειλή, όπως συμβαίνει πάντα με τον διαφορετικό. Για άλλους ήταν μια ευκαιρία να νιώσουν καλύτεροι και να δικαιολογήσουν την άγρια εκμετάλλευση. Η έλλειψη μιας σοβαρής μεταναστευτικής πολιτικής και ο ιδιαζόντως ύποπτος χειρισμός του θέματος που οδήγησε στη δημιουργία του  γκέτο του κέντρου της Αθήνας από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ και η αυξημένη εγκληματικότητα από την ανεξέλεγκτη δράση της ξένης και ντόπιας μαφίας όξυναν το πρόβλημα. Η οικονομική κρίση το διατράνωσε. Άρχισε ένα κυνήγι μαγισσών, προνομιακό πεδίο παρέμβασης για το νεοναζισμό. Η φτώχια και η αγραμματοσύνη –η ελληνική κοινωνία είναι βαθιά απαίδευτη, με υψηλό οργανικό αναλφαβητισμό- είναι η βάση για να ανθίσουν ακραίες ιδέες, ιδεολογικές θέσεις μίσους και μισαλλοδοξίας.  Αρκεί να ακούσει προσεκτικά τις συζητήσεις στις στάσεις των λεωφορείων, χωρίς παρωπίδες και προκατασκευασμένες αντιλήψεις, για να τρομάξει.

Είναι ακωδικοποίητες ιδέες που βρίσκουν ακραία έκφραση και πρόταση στο λόγο της «Χρυσής Αυγής», που ξεκινούν από τους ξένους και απλώνονται σε μια τρομώδη δυσανεξία για χιλιάδες καταστάσεις και κοινωνικές κατηγορίες.  Αυτές όμως οι αντιλήψεις δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά,  φυτεύτηκαν αργά και σταθερά στα μυαλά των ανθρώπων, οργανωμένα και με σχέδιο. Είναι η απόρροια του ανθρωποφαγικού «κοινωνικού αυτοματισμού» του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ, της εξαιρετικής δουλειάς των ΜΜΕ –της τηλεόρασης κυρίως-  που λειτουργεί εδώ και χρόνια ως άτυπο λαϊκό δικαστήριο εθίζοντας μια κοινωνία σε στερεότυπα εγκληματικότητας με εθνική ταυτότητα και σε πρακτικές διαπόμπευσης και συμβολικού λιντσαρίσματος σε ό,τι δεν συνάδει με τα προτεινόμενα πρότυπα και καλλιεργώντας την απαξίωση στο νόμο και την πολιτική παρέμβαση –καταργώντας δηλαδή τον πολίτη ενώ αυτός νομίζει ότι κυριαρχεί και ελέγχει. Έρχονται ως φυσικό επακόλουθο ενός κράτους που λειτουργεί με νεποτισμό και ρουσφετολογία, χωρίς καμιά αξιοκρατία και γεμίζει τον πολίτη ανασφάλεια και τον πείθει ότι ο μόνος νόμος που λειτουργεί είναι αυτός που πλησιάζει το νόμο της ζούγκλας. Είναι η συνέπεια της πολιτικής του φόβου. Και φυσικά είναι προϊόν της οικονομικής κρίσης που βρήκε την κοινωνία αδύναμη, με διαρρηγμένους τους ιστούς συνοχής και αλληλεγγύης και ξύπνησε σε κάποια στρώματα τα πιο φοβικά, τα πιο συντηρητικά αντανακλαστικά. Καλλιεργήθηκαν οι ιδέες αυτές  από τον πολιτικό λόγο και τις πρακτικές των Λοβέρδων, των Χρυσοχοΐδιδων , των Βενιζέλων και των Σαμαράδων –σε μια μπρούτα και κατάφωρη έκφραση- αλλά και υπόγεια από πιο «εκλεπτυσμένες» παρεμβάσεις, όπως αυτές της Διαμαντοπούλου που ξήλωνε τον εκπαιδευτικό κόσμο και εξευτέλιζε κάθε έναν που της έφερνε αντιρρήσεις στο … θεάρεστο έργο της κατεδάφισης της παιδείας.

Τα ποσοστά της «Χρυσής Αυγής» είναι πολύ μεγάλα για να θεωρήσουμε ότι οι ψηφοφόροι της παραπλανήθηκαν, δεν ήξεραν, λειτούργησαν με μια λογική τιμωρίας και εκδίκησης του συστήματος. 440 χιλιάδες άνθρωποι δεν είναι αριθμός λάθους, ακόμα κι αν πράγματι ανάμεσά τους υπήρξαν αρκετοί που δεν ήξεραν τι ακριβώς ψήφιζαν. Ας μην κλείνουμε τα μάτια, όπως η αστική οικογένεια στο περίφημο έργο του Μαξ Φρις «Ο Μπήντερμαν και οι εμπρηστές». Δεν αντιμετωπίζεται το πρόβλημα ούτε με υβρεολόγια, ούτε με ευχολόγια, ούτε με μετωπικές συγκρούσεις. Εδώ να πούμε ότι η Αριστερά  είτε δεν έδωσε την πρέπουσα σημασία στο φαινόμενο και το αντιμετώπισε αποσπασματικά και συναισθηματικά, είτε ως πεδίο πολέμου των δρόμων, που έφερνε τα αντίθετα αποτελέσματα.

Χρειάζεται πολλή και σοβαρή πολιτική δουλειά, πολιτική ανάλυση, να καταλάβουμε σε βάθος τι ακριβώς συμβαίνει. Δεν ξέρω αν ακουστεί ουτοπικό ή μάλλον αυτονόητο αλλά επειδή το αυγό του φιδιού έσπασε και το φίδι τεντώνει το επικίνδυνο κεφάλι του μέσα από τα τσόφλια έτοιμο να πεταχτεί και να δηλητηριάσει,  το μόνο που μπορεί να το θανατώσει είναι το δυνάμωμα της δημοκρατίας, η επιστροφή της πολιτικής, το όραμα που η Αριστερά μπορεί να δώσει στην κοινωνία, η ελπίδα πως είναι δυνατός ένας καλύτερος κόσμος. Κι αυτός είναι ένας πολύ σοβαρός λόγος να συνεχίσουμε ενωμένοι και συνεπείς τον αγώνα ενάντια στη βαρβαρότητα που μας πλακώνει. Η Αριστερά –όποιες ιδεολογικές διαφορές κι αν χωρίζουν τα ρεύματά της, έχει κάτι ουσιαστικό που την ενώνει: την ηθική που βάζει πάνω απ’ όλα τον άνθρωπο. Το αποτέλεσμα των εκλογών έδωσε μια αισιοδοξία στον κόσμο, έκανε πολλούς να αρχίσουν να σκέφτονται αλλιώς. Ξαναθύμισε την πολιτική και την αποτελεσματικότητα του συλλογικού. Για να αντιμετωπίσουμε τον εκφασισμό της κοινωνίας και την επικράτηση ακραίων αντιλήψεων έχουμε χρέος να συνεχίσουμε κοιτώντας την πραγματικότητα στα μάτια. Ο ρεαλισμός στην ερμηνεία εξασφαλίζει  το όραμα στην πολιτική.

ΕΠΟΧΗ, 13.5.2012

Advertisements