Μια συζήτηση με τους δημιουργούς  της παράστασης «Μια εκδοχή», (θ. Φούρνος), Θοδωρή Σκυφτούλη και  Δανάη Σπηλιώτη

 

       Η ομάδα Roswitha[1] ανέβασε φέτος  την παράσταση «Μια εκδοχή», αρχικά στο Nosostros[ και μετά στο Φούρνο. Αξιόλογη δουλειά από δυο νέους καλλιτέχνες που ερευνούν την θεατρική έκφραση, βάζουν διαφορετικά θεατρικά είδη να συνομιλούν επί σκηνής και ψάχνουν την πραγματικότητα γύρω τους με βλέμμα που συνδυάζει την καλλιτεχνική ποιότητα και την πολιτική θέση. Η ομάδα αποτελείται από την Δανάη Σπηλιώτη και τον Θοδωρή Σκυφτούλη, και οι δυο ήδη με αρκετές και ενδιαφέρουσες δουλειές στο ενεργητικό τους. Εδώ θέτουν μερικά σημαντικά ερωτήματα: πόσο εγκλωβισμένοι είμαστε στους ρόλους μας; ποια είναι τα όρια της ευθύνης του καθενός μας ως πρόσωπο και ως μέλος συλλογικοτήτων; Και δεν τα απαντούν, αφήνουν τον θεατή να παρασυρθεί στον υπόγειο διάλογο τους και να γίνει μέρος της παράστασης, βάζοντας πια ο ίδιος τα ερωτήματα αυτά και άλλα που προκύπτουν από την προσωπική σχέση που αποκτά κανείς με όσα γίνονται και λέγονται πάνω στη σκηνή.

 

      Κυρία Σπηλιώτη, κύριε Σκυφτούλη, μιλήστε μας λίγο για την «Εκδοχή». Πώς γεννήθηκε η ιδέα της  παράστασης; Πώς δουλέψατε για τη δημιουργία του κειμένου και τη σκηνική του παρουσίαση;

       Ένα καλοκαίρι πριν δύο χρόνια, όταν ακούστηκε το «όλοι φταίμε» και η κοινή γνώμη άρχιζε να κάνει έναν απολογισμό προσωπικών ευθυνών, συλλογικών ευθυνών και ενοχών κάτι έμοιαζε ύποπτο στον μηχανισμό αυτό. Συζητούσαμε τότε την ανάγκη των κοινωνιών για αποδιοπομπαίους τράγους και για σωτήρες. Η παραδοχή μιας ενοχής συλλογικής, θαμπής, αφού το συναίσθημα της ενοχής ήταν έντονο, φαινόταν να παίζει κυρίως έναν ρόλο. Την αποδοχή της αποτυχίας, του λάθους, μόνο και μόνο για να φωνάξουμε βοήθεια. Ήρεμοι πια από την αποδοχή της θέσης της ενοχής, συμφιλιωμένοι με τον ρόλο μας, κρυμμένοι πίσω από τα στερεότυπα που μοιραία προκύπτουν, περιμέναμε πια έναν σωτήρα. Κάποιον άλλο. Πόσο ανάγκη έχουμε τους ρόλους και τα στερεότυπα; Πως αυτά δομούν τις κοινωνίες μας και πότε έρχεται η ώρα να αρθούν και να ξαναοριστούν εκ νέου; Μπορούμε να σωθούμε μόνοι μας; Πως μια δράση ατομική μπορεί ταυτόχρονα να είναι και κοινωνική;

      Από τέτοιες σκέψεις και ερωτήματα, προέκυψε ο σκελετός της παράστασης: Στην αρχή μια αποτυχία και έπειτα μια προσπάθεια να την διαχειριστούμε. Αρχίσαμε να φτιάχνουμε θεματικές σκηνές, μικρές απόπειρες που στο τέλος οδηγουν σε αμηχανία, σε αδιέξοδο. Συλλέξαμε κείμενα θεατρικά, λογοτεχνικά, θεωρητικά και γράψαμε πρωτότυπα κείμενα. Χρησιμοποιήσαμε κάποια στοιχεία από τα έργα του Μπέκετ, κείμενα από τον «Κάσπαρ» του Πέτερ Χάντκε και  σκέψεις από τον «Μύθο του Σύσιφου» του Καμύ. Έπειτα ήρθε η ώρα του αυτοσχεδιασμού. Αυτοσχεδιάζοντας επιχειρήσαμε να δώσουμε θεατρική μορφή στα ερωτήματα που συνιστούσαν τις σκηνές ενώ παράλληλα ελέγχαμε συνεχώς το υλικό μας καλλιτεχνικά και νοηματικά.

      Κάποια στιγμή το ίδιο το υλικό όπως αυτό είχε διαμορφωθεί από τους αυτοσχεδιασμούς, έδειχνε ότι επρόκειτο για ένα σώμα αποσπασματικών σκηνών- προσπαθειών, ανάμεσα στις οποίες υπήρχε ένα τρομαχτικό κενό- αποτυχία. Η επιλογή της μη χρήσης σκηνικών αντικειμένων έγινε για να γίνει πιο έντονη η απουσία μιας δυναμικής παρέμβασης- δράσης των προσώπων στην ιστορία τους.

     Η παράσταση μου θύμισε λίγο το «Περιμένοντας τον Γκοντό» αλλά και τον σουρρεαλισμό του Μουρσελά στις καλές στιγμές του «Εκείνος κι εκείνος». Ποιες είναι οι θεατρικές σας ρίζες;

      Είμαστε αρκετά διαφορετικοί στις αισθητικές μας. Το ότι συνεργαζόμαστε μας κάνει να αναζητούμε και να χρησιμοποιούμε τα στοιχεία που μας ενώνουν. Το βασικότερο που μας ενώνει είναι το πικρό χιούμορ. Έτσι συνεννοούμαστε. Από εκεί και έπειτα φέρνει ο καθένας τα δικά του στοιχεία όσο αντέχει ό άλλος! Ο Μπέκετ ήταν στο μυαλό και των δυο μας όσο δουλεύαμε την παράσταση: Η αδυναμία του ανθρώπου να γίνει μηδενιστής ακόμα και σε καταστάσεις πλήρους απελπισίας.

     Η δουλειά σας μοιάζει να επικεντρώνεται σε δυο βασικές πολύ επίκαιρες θεματικές: την ευθύνη και το φόβο από την –φαινομενική- έλλειψη διεξόδου, που είναι και οι δυο πολύ έντονες στις μέρες μας. Οι ακροτελεύτιες φράσεις (Το παιδί;/ Κοιμάται./ Μακάρι να ξυπνήσει./ Μακάρι να ξυπνήσει μόνο του) φαίνεται να κλείνουν μέσα τους όλο το έργο και να του δίνουν μια φανερή πολιτική διάσταση. Θα ήθελα ένα σχόλιο πάνω σ’ αυτό το σημείο. Τι σημαίνει αυτό το «μόνο του»;

       Στο τέλος του έργου και αφού τα πρόσωπα έχουν επιχειρήσει και έχουν αποτύχει, μοιάζει να μην έχουν πια τίποτα στα χέρια. Μόνοι, γαντζωμένοι από δοκιμασμένες σκέψεις εντυπωμένες συμπεριφορές, επαναλαμβάνοντας γνώριμους στίχους, έχουν πέσει και πάλι στο κενό. Στην διάρκεια της παράστασης υπάρχει η αναφορά σε ένα παιδί που κοιμάται. Το παιδί ήταν για μας κάτι που ακόμα δεν έχει μιλήσει. Σύντομα θα έρθει η σειρά του. Είναι όλα όσα θάβουμε μέσα μας για να μπορέσουμε να κοιμηθούμε ήσυχοι το βράδυ, για να μην διαταράξουμε την κανονικότητα μας. Είναι αυτό που σε πονάει όταν, αφού γυρίσεις από μια πορεία, τρως, κάνεις μπάνιο και κοιμάσαι. Και πως γίνεται όταν θελήσεις να κάνεις κάτι άλλο, δραστικό, έξω από το «κανονικό», να παραμείνεις σε συμπεριφορές κοινωνικές; Το παιδί είμαστε όλοι μας. Και δεν χρειαζόμαστε κανέναν  να μας ξυπνήσει, κανέναν να μας δείξει το δρόμο. Δεν χρειαζόμαστε σωτήρες και καθοδηγητές. Δεν βρίσκεται σ’ αυτούς η λύση. Εμείς, όλοι μαζί πρέπει αλλάξουμε τους κανόνες.

 

      Η εξεύρεση πηγών για την χρηματοδότηση παραστάσεων γίνεται όλο και δυσκολότερη, ειδικά για πειραματικές δουλειές και για νεανικά. Πώς λύνετε εσείς το οικονομικό; Ποιο πιστεύετε ότι θα είναι το πρόσωπο του θεάτρου στα επόμενα χρόνια;

      Αυτήν ειδικά την περίοδο είναι για μας το οικονομικό θέμα όχι απλά πολύ βασικό πρακτικό ζήτημα, αλλά γίνεται θέμα υπαρξιακό. Πως να υπάρξω, με ποια μορφή και λειτουργία, που και κυρίως γιατί επιλέγω να υπάρξω έτσι. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο που τα πάντα καταρρέουν. Όλα χρειάζεται να τα ξαναδούμε εκ νέου.  Είναι φανερό ότι δεν μπορούμε να επιμένουμε σε παλιές φόρμες, που έχουν χάσει πια τον σκοπό τους. Μέχρι στιγμής είμαστε έτοιμοι να γίνουμε όσο πιο εφευρετικοί γίνεται. Πιστεύουμε ότι το θέατρο είναι χώρος συνάντησης, συζήτησης, εμπειρίας, διαμαρτυρίας. Δεν χρειάζονται πολλά χρήματα όταν έχεις να πεις κάτι που σε καίει. Σίγουρα υπάρχει κάποια φόρμα που ακόμα δεν έχουμε βρει. Έχουμε συζητήσει πολλές φορές το θέμα μιας θεατρικής κολλεκτίβας, την ανταλλαγή εργασιών. Χρειαζόμαστε όμως το μινιμουμ για να υπάρξουμε. Χρήματα για να επιβιώσουμε. Οι μεγάλες αίθουσες- πολυχώροι δυναμώνουν, ενώ αναγνωρισμενες θεατρικές σκηνές κλείνουν. Αυτό που φαίνεται να αντέχει και σε πείσμα των καιρών να φουντώνει είναι οι μικρές θεατρικές ομάδες. Η αναζήτηση χώρου πρόβας, παράστασης, δημιουργίας είναι  η πιο βασική απαίτηση των καιρών.


[1]  Η ομάδα Roswitha πήρε το όνομά της από μια μοναχή που έζησε τον 10ου αι.  στη Σαξονία και έγραφε κωμικούς διαλόγους στα πρότυπα του Τερέντιου σε μια εποχή που το θέατρο διωκόταν απηνώς από την εκκλησία.

ΕΠΟΧΗ, 14.4.2012

Advertisements