Όταν  η Νάντια μου έστειλε το δελτίο τύπου για το καινούριο της βιβλίο, εντυπωσιάστηκα. 508 σελίδες! Θαυμάζω τους ανθρώπους που βγαίνει από μέσα τους εύκολα το μάγμα των σκέψεών τους και γίνεται καθαρός και ωραίος, κοινωνήσιμος και κοινωνικός γραπτός λόγος.

         Είπα «εύκολα». Όχι, αδικώ την Νάντια. Πίσω από τα κείμενα που συγκεντρώνονται στον ογκώδη τόμο και που καλύπτουν πάνω από μια  δεκαετία υπάρχει πολλή δουλειά, πολλή μελέτη, άπειρες ώρες στοχασμού. Είναι ιδιαιτέρως αξιομνημόνευτο ότι στα κείμενά της θα δείτε θεματικές εμμονές όχι όμως φραστικές επαναλήψεις. Δεν είναι κείμενα που τα δημιουργεί με  copy-paste, όπως συχνά συμβαίνει όταν κάποιοι διανοούμενοι καλούνται συχνά πυκνά να απαντήσουν σε εν πολλοίς  παρόμοια ερωτήματα που τους τίθενται από διάφορα έντυπα, είτε υπό μορφή συνέντευξης είτε με τη μορφή άρθρου. Είναι κείμενα πολύ καλά δουλεμένα, ένα-ένα και κάθε φορά σαν να απαντούσε τα ερωτήματα για πρώτη φορά. Σε κάθε ένα οριοθετεί εκ νέου το ερώτημα ή το αντιμετωπίζει από μια άλλη οπτική, χτίζοντας αργά αλλά αποτελεσματικά μια θεωρία, που παίρνει μορφή από κείμενο σε κείμενο. Μεταφέρει τις παρατηρήσεις της για όσα βλέπει γύρω της, επιλέγει να μας πει από όσα είδε εκείνα που όχι μόνο εικονογραφούν την πολιτική και πολιτιστική πραγματικότητα πρώτα της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης –της Γερμανίας εν προκειμένω (τα δύο κείμενα της μπρεχτικής ενότητας που επιγράφονται: «Σκηνές από την ανατολικογρμανική επαρχία» και «Μπρεχτ στην ανατολικογερμανική επαρχία» είναι από τις πιο γλαφυρές απεικονίσεις της κατάστασης στην πρώην Α. Γερμανία που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια), λέω, λοιπόν, για να επανέλθω, όχι μόνο  εικονογραφούν τα κείμενα αυτά  την πολιτική και πολιτιστική πραγματικότητα  αλλά και δείχνουν εναργώς αυτό που πρεσβεύει η συγγραφέας πως το πολιτικό και το πολιτιστικό είναι μια αρραγής ενότητα. Συγκροτούν ως παζλ την άποψη της για την σχέση τέχνης και Αριστεράς, θέτουν το ερώτημα της δυνατότητας μιας αριστερής τέχνης στο οποίο η Βαλαβάνη απαντά καταφατικά. Αν μάλιστα αποφάσιζε αυτή η αμετανόητη μπρεχτολόγος να επικεντρωθεί στο έργο της  της ανάλυσης του Μπρεχτ και να γράψει το μεγάλο βιβλίο της γι’ αυτόν, που περιμένουμε όσοι την ξέρουμε, σίγουρα οι μπρεχτικές μελέτες στον κόσμο  θα αποκτούσαν ένα πολύ σημαντικό βιβλίο αναφοράς.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις μεγάλες ενότητες: η πρώτη επιγράφεται «από τα μανιφέστα της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας στις «αφηγήσεις» της μετανεωτερικότητας» και αποτελείται από κείμενα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν μια αριστερή ματιά πάνω στην τέχνη, ίσως επίσης τέχνη και αριστερά ή ακόμη για μια αριστερή τέχνη. Η δεύτερη, σαφώς ογκωδέστερη αφορά τον Μπρεχτ και η τρίτη τη Ρόζα Λούξεμπουργκ. Στα κείμενα και των τριών ενοτήτων η πολιτική σκέψη, η πολιτική πρόταση και η αισθητική ανάλυση πηγαίνουν χέρι-χέρι, μολονότι μερικές φορές –πολιτικό ον ως τα μύχια της ύπαρξής της- η Νάντια ξεχνιέται και γέρνει κάπως παραπάνω προς την πολιτική. Δεν πειράζει όμως, γιατί το μήνυμα έχει έρθει στον αναγνώστη αρκετά καθαρό από τις πρώτες σελίδες. Η ανάγκη για ψωμί, η απαίτηση για την ικανοποίηση των υλικών  αναγκών των ανθρώπων ζευγαρώνει με μια άλλη πείνα, εξίσου υλική κι αυτή, την πείνα για τέχνη και την ομορφιά. Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο, όπως είχε πει ο Ντοστογιέφσκι. Αυτό που εννοώ θα το πει καλύτερα από μένα ο Σαχτούρης στο ποίημά του «Το ψωμί».

Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φρατζόλα ζεστό ψωμί είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό/ Ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι/Έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω/ Όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος και αυτή/ Μ’ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε/Κομμάτια γνήσιο ουρανό/ Κι όλοι τώρα τρέχαν σ’ αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί/ Όλοι τρέχανε στο μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό/ Ας μην το κρύβουμε. Διψάμε για ουρανό!

         Κι αλίμονο αν δεν διψούσαμε. Ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος.   Και μάλιστα μου άρεσε που και η ίδια η Βαλαβάνη κάνει κάπου αναφορά στην ευαγγελική περικοπή. Τα κείμενα της πρώτης ενότητας πραγματεύονται ένα δύσκολο και σημαντικό θέμα, πολύ επίκαιρο στις μέρες μας: τη σχέση της τέχνης και της Αριστεράς. Η Βαλάβάνη είτε ερευνώντας τη σύγχρονη πραγματικότητα είτε πηγαίνοντας πίσω στην ιστορία του κινήματος ή στα ρεύματα της τέχνης που χαρακτηρίζουν τις εποχές που την ενδιαφέρουν, δίνει μια απάντηση καταφατική σ’ αυτή τη σχέση και επανέρχεται σε μια γνωστότερη από παλιά άποψη πως προνομιακό πεδίο της αριστεράς είναι η τέχνη και ο πολιτισμός, κι ας έχει πλέον απωλέσει την ηγεμονία που είχε κάποτε σ’ αυτό το πεδίο. Η άποψη αυτή για την τέχνη και την αριστερά  με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και πάντα θυμάμαι πως ο Μπελογιάννης τις μέρες που περίμενε την εκτέλεσή του ζητούσε επίμονα την έκδοση μια πολιτικοπολιτιστικής επιθεώρησης, στα πρότυπα της σοβιετικής Λιτερατούρναγια Γκαζέτα, όπως επιμένει στις αναμνήσεις της η Έλλη Παπά.  Άλλωστε δεν είναι καθόλου τυχαίο που ένα παράδειγμα που αγαπά η Νάντια και το αναφέρει τακτικά είναι ο αναρχικός ζωγράφος Καζιμίρ Μάλεβιτς και το κόμμα των καλλιτεχνών που οραματιζόταν.

 

Καζιμίρ Μάλεβιτς, έργο του 1912

         Αυτό δεν σημαίνει, νομίζω, πως  η τέχνη έχει πολιτικό πρόσημο.  Μ’ αυτό θέλω να πω απλά ότι η τέχνη είναι πρώτα τέχνη, γι’ αυτό η μεγάλη τέχνη –ακόμα κι όταν έρχεται από καλλιτέχνες μακράν των οραμάτων μιας κοινωνίας ισότητας και δικαιοσύνης, αταξικότητας και ελευθερίας καθώς την οραματίζεται η Αριστερά (δεν μπαίνω σε άλλες λεπτομέρειες για να μην μπλέξουμε με γραμμές και διαφοροποιήσεις που τόσο αγαπά η Αριστερά για να βρίσκει αιτίες να τσακώνεται και να αφήνει τους αντιπάλους της να την βγάζουν συχνά στο περιθώριο), ακόμα λοιπόν κι όταν προέρχεται από συντηρητικής ή αντιδραστικής ιδεολογίας καλλιτέχνες η μεγάλη τέχνη ανοίγεται στον κόσμο και προσφέρει.

         Να δώσω ένα παράδειγμα, ένα ποίημα για την τοκογλυφία.

ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ/ δεν φτάνει το μαλλί στην αγορά/ και δεν αφήνει κέρδος το κοπάδι με την τοκογλυφία./ Μάστιγα, μάστιγα μεγάλη αυτή η τοκογλυφία/ [….] Σκουριάζει η σμίλη με την τοκογλυφία/ Σκουριάζει η τέχνη κι ο τεχνίτης, τρώει το νήμα ο αργαλειός,/ κανείς δεν ξέρει πια να κάνει τα χρυσοκεντητά ,/έχει λεκέδες το γαλάζιο, σκορπίζεται το κρεμεζί,/ Μέμλινκ δεν βρίσκει πια το σμαραγδί/ Έσφαξε η τοκογλυφία μες τη μήτρα το παιδί,/ στόμωσε του νέου την ορμή,/ την άνοια, την παράλυση έφερε στο κρεβάτι,/ πήγε και ξάπλωσε ανάμεσα στη νύφη και τον γαμπρό της. (μτφρ. Γ. Μπλάνας

         Αν δεν γνωρίζει κανείς ότι είναι ο Έζρα Πάουντ ο ποιητής του, ο Πάουντ με τις φασιστικές αντιλήψεις, θα μπορούσε να σκεφτεί ότι η ποιητική καταγγελία προέρχεται από ένα μαρξιστή διανοούμενο.

         Η Νάντια αρνείται μια τέχνη – καταφύγιο ψυχής, που αναπαύει και λυτρώνει ατομικά.  Θέλει την τέχνη λέει «να ανοίγει τα μάτια του μυαλού και της ψυχής, να διεγείρει ανησυχίες, να ακονίζει την κριτική σκέψη, να δίνει φωνή στις αναζητήσεις και την αυτοέκφραση»  Σε ένα κείμενο που αφορά το οικονομικό χρέος της χώρας, μιλά για το χρέος (με τη διπλή έννοια)  καλλιτεχνών και διανοουμένων που είναι να βρίσκονται πλάι σε όποιον αγωνίζεται και γράφει « μια πρωτοφανής πολιτικοποίηση της καθημερινότητας χρειάζεται μια άμεση και δραστικού χαρακτήρα πολιτιστική επανάσταση, που θα αγκαλιάζει  ό,τι υλικό και πνευματικό συμπεριλαμβάνει ο  όρος πολιτισμός της καθημερινής ζωής σε μια κατεύθυνση της ανθρώπινης χειραφέτησης».  Έτσι θέτει το πρόβλημα ενός ορισμού του πολιτισμού μακράν αυτού που έχουμε κατά νου επηρεασμένοι από τα σχολικά εγχειρίδια ως τέχνες και γράμματα. Γιατί αυτά είναι μια πτυχή του πολιτισμού, μια άλλη, κι ας μην την σκεπτόμαστε συχνά είναι ο πόλεμος, ας πούμε, ή ο κόσμος της βαρβαρότητας που ζούμε σήμερα. Επειδή είτε μας αρέσει είτε όχι πολιτισμός είναι η ανθρώπινη δημιουργία στο σύνολό της –και όσα μας κάνουν να δακρύζουμε από περηφάνια και εκείνα όμως για τα οποία σκύβουμε με ντροπή το κεφάλι.   Είναι ό,τι δημιούργησε ο άνθρωπος για να καλύψει τις ανάγκες του και τα δημιούργησε μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνίες με όρους που είχαν να κάνουν με τις ιδιαιτερότητες αυτών των κοινωνιών.  ό,τι δημιούργησε ο άνθρωπος όντας κοντά με άλλους ανθρώπους, σε συνάφεια με άλλους ανθρώπους, εναντίον των άλλων, σε επικοινωνία μαζί τους. στοιχεία που ενώνουν, καθώς θα έλεγε  ο Νόρμπερτ Ελίας (Η διαδικασία του πολιτισμού), για να διακρίνει τον όρο «πολιτισμός» από τον όρο «κουλτούρα».

         Γι’ αυτό όταν μιλάμε για πολιτισμό δεν μπορούμε να μην σκεφτόμαστε ταυτόχρονα θέματα παιδείας και εκπαίδευσης –ξέρετε  όλοι εδώ μέσα πόσο δύσκολο είναι να μάθεις σήμερα στην εποχή της εικόνας  ένα παιδί να βλέπει πραγματικά ένα πίνακα ή να ακούει μια μουσική, ακόμα και για να ξέρει τι απορρίπτει ή κυρίως γι’ αυτό. Να κατανοήσει δηλαδή πού ανήκει αυτό που βλέπει, τι σχέση είχε με την κοινωνία της εποχής του, τι δημιούργησε, τι απέτρεψε, πόσο συνέβαλε στην ιστορία της τέχνης, να νιώσει και να πει, να βάλει ερωτήματα  κτλ, κτλ… Όταν μιλάμε για πολιτισμό δεν μπορούμε να μη μιλάμε για περιβάλλον και φύση και να μην επιμένουμε στη σύνδεση,  δηλαδή  για την ανάγκη μιας άλλης σχέσης με τη φύση, για μια άλλη αντιμετώπιση της παραγωγής, του τρόπου ζωής μας, και γιατί η τέχνη, όχι μόνο μπορεί να υπηρετήσει τους αγώνες για την οικολογική σωτηρία, αλλά και γιατί ακόμα και στην πιο ακραία αφαίρεση διαλέγεται με τη φύση.  Άρα ενασχόληση με τον πολιτισμό σημαίνει επίσης και θέση αλλά και στράτευση στους αγώνες για το περιβάλλον. Μιλάμε ταυτόχρονα για τις ανθρώπινες σχέσεις, για τις κοινωνικές σχέσεις, για την σχέση με τον άλλον σε επίπεδο ατομικό αλλά και κουλτούρας, για την πιο επαναστατική πράξη της καθημερινότητας μας: την γνωριμία και την συνάντηση με τον άλλον –στοιχείο που κάνει την τέχνη επικίνδυνη. Μιλάμε για το πρόσωπο και μιλάμε για το άτομο και μιλάμε επίσης για τη σχέση του ατόμου με την οργανωμένη συλλογικότητα και τους όρους ένταξης σ’ αυτήν, άρα παίρνουμε θέση σε θέματα οργανωμένης πάλης, ελευθερίας του ατόμου μέσα στην οργάνωση –κόμμα ή κίνημα- και πάει λέγοντας.

Νάντια Βαλαβάνη

         Η τέχνη που προτάσσει στα κείμενά της η Βαλαβάνη είναι ανοιχτή στην κοινωνία και ο καλλιτέχνης σε διαρκή διάλογο με την κοινωνία και τα προβλήματά της, εκφραστής και πρωτοπόρος. Εξ ου και η εμμονή της στην διδακτική τέχνη, κάτι που μας φέρνει στον Μπρεχτ. Για την Βαλαβάνη, ο Μπρεχτ δεν είναι μια οριακή φιγούρα για την τέχνη, την κουλτούρα και το κίνημα στο 20ο αιώνα, αλλά ένας δικός της άνθρωπος, που ζει κυριολεκτικά μαζί του. Μια σχέση που τη ζηλεύω, ομολογώ, γιατί μόνο όταν δένεσαι με τέτοιο πάθος με ένα συγγραφέα μπορείς πραγματικά να τον καταλάβεις και να τον ερμηνεύσεις. Γνωρίζει πολύ καλά τη Γερμανία του 20ου αιώνα, της Βαϊμάρης, του ναζισμού, της μεταπολεμικής διάσπασης. Τη γνωρίζει σε βάθος και λεπτομέρειες που δεν μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί.

         Θα την «καρφώσω». Ήμασταν σε μια δύσκολη στιγμή, στην κηδεία ενός αγαπημένου συντρόφου –τόσο από τον ιδιαίτερο πολιτικό μου χώρο αλλά  και συναδέλφου- του Γιώργου Μαύρου. Όσοι με ξέρουν, γνωρίζουν το πάθος μου με τους βρικόλακες παιδιόθεν.  Έτυχε να διαβάζω εκείνες τις μέρες ένα σχετικό βιβλίο, ένα κεφάλαιο του οποίου συζητούσε τη σχέση ναζιστικών κύκλων με τον βαμπιρισμό. Δεν πρόλαβα να το πω και η Νάντια μου έκανε μια πλήρη, εμπεριστατωμένη διάλεξη για το θέμα, μου παράθεσε και βιβλιογραφία στο τέλος. Αυτό εννοώ πάθος.

         Για τη Νάντια ο Μπρεχτ δεν είναι μόνο ο δραματουργός που καθόρισε το θέατρο του 20ου αι. ούτε μόνο ο ποιητής ή ο στρατευμένος καλλιτέχνης,  είναι ο εικονοκλάστης δημιουργός μιας αποσπασματικής αλλά σημαντικής «φιλοσοφίας του καθημερινού». Είναι ο καλλιτέχνης που λέει «πρέπει να αλλάξουμε τον κόσμο και μετά να αλλάξουμε το αλλαγμένο», γιατί τίποτε δεν τελειώνει και δεν είναι δυνατό δυο φορές να μπούμε στο ίδιο ποτάμι ακόμα κι όταν η πρώτη απέχει μόνο ένα βήμα από τη δεύτερη. Ό,τι παγιώνεται, πεθαίνει. Γι’ αυτό και το μοντέλο μιας κοινωνίας που ονειρεύτηκαν κάποιοι  χρόνια πριν δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυτούσιο σήμερα. Νομοτέλειες δεν ισχύουν πια ούτε στις θετικές επιστήμες. Ο παρατηρητής μετέχει και αλλάζει τα δεδομένα  του πειράματος και τα συμπεράσματά του. Γι’ αυτό ίσως, λέω, ισχύει και για τον Μπρεχτ αυτό που λέει ο Γιαν Κοτ για τον Σαίξπηρ: Μπρεχτ, ο σύγχρονός μας –κάθε δεκαετία και ο δικός της Μπρεχτ και προφανώς γι’ αυτό και η Νάντια παρουσιάζει μέσα από τις παραστάσεις του το πορτραίτο της σύγχρονης Γερμανίας, της ανατολικογερμανικής επαρχίας.

Μπέρτολτ Μπρεχτ

         Την απασχολεί ιδιαίτερα ο διδακτικός Μπρεχτ, που με το έργο του επανασυνδέει το σήμερα με ένα παλιότερο παρελθόν κοινωνιών κατά κύριο λόγο προφορικών, όπου μαθητής και δάσκαλος συνάλλαζαν ρόλους και που ο δάσκαλος αναλάμβανε το ρωμαλέο έργο να μάθει το παιδί να βλέπει, να ακούει και να ρωτά. Γι΄αυτό ο διδακτικός Μπρεχτ δεν μας μαθαίνει τίποτε, δεν διδάσκει μαρξισμό ούτε κατηχεί στην ταξική πάλη, βάζει επί σκηνής μια κατάσταση, θέτει ερωτήματα αλλά δεν δίνει απαντήσεις ή δίνει ελάχιστες, αλλά βάζει, λέει η Νάντια σε μια συνέντευξή της,  «στο επίκεντρο το κριτήριο της πραγματικότητας και της ανάγκης να μάθει κανείς «να βλέπει σωστά» σαν προϋπόθεση για να δρα, ερεθίζει πριν απ’  όλα τη δική μας δημιουργικότητα». Η συγγραφέας μας με κονισαλέα ερευνητική διάθεση ανασκάπτει την μπρεχτική δημιουργία και μας μαθαίνει πως αυτά που λέμε διδακτικά έργα του Μπρεχτ είναι ένα νέο ίσως είδος θεάτρου, στο οποίο ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο είναι ότι η παράσταση προετοιμάζεται από ομάδες ερασιτεχνών, που για καιρό συζητούν το έργο, το διαμορφώνουν ξανά και ξανά, και στο τέλος αυτής της μακριάς διαδικασίας, η παράσταση δεν είναι πια το ζητούμενο, μπορεί να μην πραγματοποιηθεί ποτέ, το θέατρο δούλεψε σε όλη τη διαδικασία της προετοιμασίας-αναδημιουργίας.

         Γι’ αυτό, υποστηρίζει,  ο Μπρεχτ «υποδεικνύει τρόπους και διαδικασίες που δημιουργούν πολιτικές στάσεις και η σοβαρότερη πολιτική στάση που ήθελε να προκαλέσει με το έργο του ήταν να κάνει τον αναγνώστη ή τον θεατή να σκεφτεί, να αντικρίσει κριτικά την πραγματικότητα και να συγκρίνει τις προκατασκευασμένες ιδέες που είχε στο κεφάλι του με την ίδια την πραγματικότητα. Για να γίνει αυτό το έργο τέχνης πρέπει να προκαλεί ευχαρίστηση, όχι πλήξη». Το στοιχείο της χαράς που τονίζει είναι ιδιαιτέρως σημαντικό. Σε ένα συνθλιπτικό σύστημα που καλλιεργεί την κατήφεια και προσφέρει ως μόνη χαρά την κατανάλωση, η τέχνη δίνει μια πηγαία χαρά που μπορεί κανείς να τη μοιραστεί με άλλους. Πάντα πίστευα ότι οι χαρούμενοι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι.  Την τέχνη που δημιουργεί πολιτικές στάσεις  χρειάζεται η εποχή μας και αυτό που η τέχνη, η πιο κοινωνική ανάμεσά τους, το θέατρο άρχισε πάλι να καταλαβαίνει, εξ ου και η επιστροφή του πολιτικού, όχι με τρόπο στείρο και δασκαλίστικο –αντί διδακτικό- αλλά ορμητικά, παθιασμένα, με λάθη ίσως, αλλά πάντως έτοιμο να κάνει προτάσεις και να δημιουργήσει γεγονότα.

Η πρώτη μορφή της παρουσίασης αυτής διαβάστηκε στον

πολιτιστικό χώρο΄»Εύμαρος», στους Αμπελόκηπους,  στις 14 Μαρτίου 2012.

Η τελική μορφή διαβάστηκε σε εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου στο Κοινωνικό Στέκι

 του Δημοτικού Άλσους  «Δ. Κιντής», στην Ηλιούπολη, στις 4 Απριλίου 2012

Advertisements