Παρουσίαση του βιβλίου σε εκδήλωση της ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ, 28.3.2012

 

Κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι, καλησπέρα σας!

Λίγα βιβλία αξίζουν τον χαρακτηρισμό του «απολαυστικού» όσο το «Περί Δημοκρατίας» του Νίκου Κουνενή. Για όσους παρακολουθούν την πεζογραφία του και κυρίως την αρθρογραφία του, δεν ήταν έκπληξη η εκπόνηση ενός σατιρικού δοκιμίου για την κατάντια του κοινοβουλευτισμού και της αντιπρο-σωπευτικής δημοκρατίας, πρώτα στον τόπο μας αλλά και γενικότερα στην Ευρώπη.  Όσο κι αν φαίνεται παράξενο για ένα βιβλίο που χαρακτηρίζεται από το καυστικό χιούμορ και την ιδιάζουσα ειρωνεία, μου θύμισε ένα πικρό ποίημα του Αργύρη Χιόνη, που έφυγε αναπάντεχα από κοντά μας πριν από λίγο καιρό. Λέγεται «Ο τζουτζές» και δυστυχώς για όλους μας περιγράφει σπαρακτικά και ουσιαστικά την κατάσταση της χώρας μας και του πολιτικού της συστήματος

«Κάνε με να κλάψω» είπε ο βασιλιάς
«κάνε με να κλάψω» είπε και γέλαγε.
«Χάθηκε η μάχη, κάνε με να κλάψω»,
χάθηκε ο διάδοχος» είπε και γέλαγε.
«Ο εχθρός μου νίκησε, κάνε με να κλάψω,
χάνεται η χώρα μου» είπε και γέλαγε.

«Δύναμη στο κλάμα» είπε ο τζουτζές
«δεν έχω καμιά»» είπε και γέλαγε.
«Των δακρύων την τέχνη δεν μου τη διδάξανε,
δεν μου τη ζητήσανε» είπε και γέλαγε.
«Με διαταγή σου, έγινα χαρούμενος,
Ξέμαθα στον πόνο» είπε και γέλαγε.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο τζουτζές.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο βασιλιάς.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε και γέλαγε.

         Θα σας πω μια σύντομη ιστορία: είμαι εκπαιδευτικός, στο σχολείο μου  φέτος, όπως και πέρυσι, όπως και αρκετές χρονιές τώρα, ανάμεσα στα προγράμματα και τους διαγωνισμούς που προτείνονται στους μαθητές μας, ήρθε η πρόσκληση για το EUROSCOLA. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα σύμφωνα με το οποίο οι νέοι της Ε.Ε. γνωρίζουν τους θεσμούς και τις δυνατότητές της και παρεμβαίνουν με προβληματισμούς και προτάσεις στη λειτουργία της. Καλά, ας μην τα παίρνουμε και όλα τοις μετρητοίς! Έτσι λέει το πρόγραμμα. Οι νικητές του διαγωνισμού (500 νέοι από τις 27 χώρες της Ε.Ε.) συναντιούνται για μερικές μέρες στο Στρασβούργο. Φέτος, όπως και τις προηγούμενες δύο χρονιές, το θέμα του δοκιμίου που τους δόθηκε για ανάπτυξη: ήταν το έλλειμμα δημοκρατίας στην Ευρώπη. Στο σχολείο μας γελάσαμε πολύ και για μέρες και φαντάζομαι ότι αν κάποιος φίλος του εκπαιδευτικός του το είχε πει, ο Κουνενής κάπως θα είχε εντάξει την πληροφορία στο πόνημά του. Φαντάζομαι επίσης πως τέτοιες γροθιές στη λογική, στην πολύπαθη κοινή λογική, που επιχειρεί καθημερινά το σύστημα τον έκαναν να γράψει το βιβλίο του.

         Τι είναι, όμως, το «Περί Δημοκρατίας»; Είναι ένα βιβλίο που περιγράφει σχεδόν διεξοδικά την έκπτωση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με χιούμορ, σατιρίζοντας, για να φτάσει κανείς στο τέλος μετά από λίγες ώρες –το βιβλίο διαβάζεται απνευστί-  και να καταλάβει πόσο πικρό και θυμωμένο είναι αυτό το βιβλίο, όπως πικρή και θυμωμένη είναι πάντα η σάτιρα. Εδώ φτάνει στα άκρα του το ύφος και το λόγο που είχαμε γνωρίσει στα προηγούμενα βιβλία του.  Δίνω ένα παράδειγμα:

«Ας σημειωθεί εδώ ότι κοινό -και οπωσδήποτε τιμητικό και για τα δύο- χαρακτηριστικό των ελληνικών κομμάτων εξουσίας είναι η ποικιλότροπη ταύτισή τους με το φως και τη θερμότητα. Στην ελληνική δημοκρατία, για παράδειγμα, το κεντροαριστερό κόμμα έχει ως σήμα του τον ανατέλλοντα ήλιο, ενώ το κεντροδεξιό φωτιζόταν μέχρι πρότινος από ένα αναμμένο δαυλό. Ο τελευταίος αντικαταστάθηκε πρσφατα από ένα εξίσου θερμό και φωτεινό σύμβολο, μια σπείρα που παραπέμπει νοερά σε λάμπα αλογόνου. Η αναμέτρηση των δύο αυτών εμβλημάτων παραπέμεπι στην ευγενή άμιλλα ανάμεσα σε δύο απολύτως ισότιμες και εξίσου απαστράπτουσες πολιτικές υποσχέσεις. Όποια εξ αυτών και αν ισχύει στην κατά περίπτωση εκλογική μάχη, η άψογη φωταψία του μέλλοντος αυτής της χώρας και των κατοίκων της μπορεί  να θεωρηθεί εκ των προτέρων δεδομένη». (σ.46)

         Η ειρωνεία ξεχύνεται από παντού. Μια ειρωνεία που αρύεται την καταγωγή της από τον Ροΐδη, με το ίδιο σοβαροφανές ύφος, σαρκάζει ανελέητα τις εκπτώσεις τους συστήματος αλλά δεν δικαιολογεί δημαγωγικά το λαό που τις επέτρεψε.

         » Μα θαρρώ πως θα τα μπλέξω/ απ’ την Κική και την Κοκό / ποια να διαλέξω; /Την Κική την αγαπώ/ μα μ’ αρέσει κι η Κοκό : Στίχοι παλαιού και  εξαιρετικά δημοφιλούς την εποχή του ελαφρού άσματος. Το τραγούδι δεν είν αι ευθέως πολιτικό αλλά αποτυπώνει με ιδανικό τρόπο το αβάσταχτο δίλημμα ενός υπεύθυνου και μάλλον κυκλοθυμικού ψηφοφόρου, λίγο πριν κατευθυνθεί προς την ψηφοδόχο. (Θα μπορούσε να είναι και έτσι: Ζυγίζοντας τα υπέρ και τα κατά των δύο μεγάλων κομμάτων, τα οποία και έχει ψηφίσει κατά περίπτωση στο παρελθόν, ο συγκεκριμένος εκλογεύς προσπαθεί να εκλογικεύσει το δίλημμά του, ανακαλύπτοντας την ορθή για τον ίδιο απάντηση. Τελικώς, αδυνατεί να καταλήξει, και τοποθετεί εντός του φακέλου τα ψηφοδέλτια και των δύο κομμάτων. Η εκ των υστέρων συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι άθελά του έρριξε στην κάλπη μια άκυρη ψήφο τον οδηγεί συνήθως σε καταστάσεις ακραίας κατάθλιψης)» (σ.52)

Δεν είναι ένα δοκίμιο που φιλοδοξεί να παρουσιάσει εμπεριστατωμένα τις αιτίες για τις οποίες οδηγηθήκαμε εδώ. Διαπιστώνει και περιγράφει. Το κατρακύλισμα από το μεθύσι της Μεταπολίτευσης –που  έφερε εγγενώς τις αιτίες που  μας οδήγησαν ως εδώ- μέχρι τις μέρες μας.

         Θα ήθελα να σας διαβάσω ένα απόσπασμα από άρθρο που δημοσιεύτηκε 3 περίπου μήνες πριν και παρουσιάζει τα αποτελέσματα έρευνας για τη δημοκρατία στον κόσμο, το αμέσως προηγούμενο έτος:

 «Ιδιαίτερα αρνητικά είναι τα αποτελέσματα και για την Ευρώπη, καθώς στη Δυτική Ευρώπη 9 χώρες (ανάμεσά τους και η Γαλλία και η Βρετανία) εμφανίζουν «μείωση» της δημοκρατίας, ενώ καμία δεν εμφανίζει αύξηση. Ακόμα πιο αρνητική είναι η κατάταξη για τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης καθώς και οι 12 εμφανίζουν «μείωση» δημοκρατίας. Ειδικά για την περίπτωση της Ελλάδας και της Ιταλίας η έρευνα τονίζει πως η «μείωση» της δημοκρατίας προκύπτει και από την απομάκρυνση των δημοκρατικά εκλεγμένων πολιτικών ηγετών και την αντικατάστασή τους από τεχνοκράτες, ενώ και οι δύο χώρες κατατάσσονται στην λίστα με τις χώρες με ‘ελαττωματικές δημοκρατίες’».

         Η έρευνα δεν έγινε από επιτελείο αριστερού κόμματος αλλά από το περιοδικό Economist. Αν γυρίσουμε στον Αριστοτέλη, θα βρούμε μια σημαντική σκέψη για τα πολιτεύματα και τους πολίτες: Πολίτης, λέει ο σταγειρίτης φιλόσοφος, δεν είναι αυτός που απλώς γεννήθηκε σε ένα τόπο, αλλά αυτός που μετέχει ενεργά στο δικαστικό και νομοθετικό σύστημα και έχει δικαίωμα –αν όχι υποχρέωση- του εκλέγειν και εκλέγεσθαι και ορθό πολίτευμα, εν προκειμένω, η άριστη μορφή δημοκρατίας, είναι εκείνη που δεν υποχωρεί στο συμφέρον ούτε καν των πολλών αλλά έχει κατά νου το πραγματικό συμφέρον του συνόλου. Στον ορισμό του Αριστοτέλη δημοκρατία (πολιτεία την ονομάζει) είναι ενεργή συμμετοχή και καμιά δημαγωγική υποχώρηση. Και οι δυο πυλώνες στις μέρες μας έχουν καταρρεύσει. Ο δικομματισμός –και θα μου επιτρέψετε να πω το ΠΑΣΟΚ με πολύ μεγαλύτερη μαεστρία και αποτελεσματικότητα- χίμηξαν πάνω στη διανοητικότητα του πολίτη. Από τη στιγμή που το μοντέλο του ατομισμού, του ωχαδερφισμού και της αποχής, άρχισε σιγά-σιγά να ριζώνει στις συνειδήσεις, το σύστημα κέρδιζε πια το παιχνίδι. Όταν η ιδιωτική τηλεόραση κάλπαζε ανεξέλεγκτη προσφέροντας αφειδώς ένα και μοναδικό μοντέλο ζωής –ούτε στη χειρότερη δικτατορία δεν υπήρξε τέτοια μονομέρεια- το περίφημο lifestyle και καλούσε σε συμμετοχή, όταν έγινε αξία να μη διαβάζεις ούτε ένα βιβλίο –ή μάλλον όχι, εδώ είμαι άδικη στο best seller, όταν πρόσφερε ένα υποκατάστατο κουλτούρας και διαβάσματος με εξυπνακίστικα μυθιστορήματα γραμμένα πάνω σε μια συνταγή, δηλαδή αφηγήσεις σεναρίων για να γίνουν σήριαλ στην τηλεόραση, και δοκίμια με το λόγο του Down Town –του Κωστόπουλου και της παρέας του, το σύστημα κέρδιζε το παιχνίδι. Όταν είδηση ήταν η αναφορά και το ρεπορτάζ στο αυτονόητο, το σύστημα κέρδιζε το παιχνίδι. Ύπνωνε σιγά-σιγά τις συνειδήσεις, αποχύμωνε και εξαφάνιζε την κριτική σκέψη, γελοιοποιούσε τον διανοούμενο, την αριστερή αντίδραση, τους ανθρώπους που αντιστέκονταν.

         Ας θυμηθούμε ποιο είναι το μοντέλο του ποιητή ή του ζωγράφου στα ελληνικά σήριαλ της δεκαετίας του ’90: πάνω στη συνταγή του συντηρητικού μικροαστισμού του κινηματογράφου των δεκαετιών ’50 και ’60, χαραμοφάης, ψευτοαμφισβητίας, παράσιτο. Το αντίπαλο δέος: αυτός που ξέρει να τα κονομάει… Και το χειρότερο έγινε επέλαση στην δημόσια παιδεία. Το σχολείο αποχυμώθηκε, απαξιώθηκε, ο δάσκαλος λοιδωρήθηκε (ακόμα και ο πρωθυπουργικός φίλος, του Σημίτη εννοώ, ο Βέλτσος, έγραψε στα ΝΕΑ, σε μια εποχή απεργιακών κινητοποιήσεων των εκπαιδευτικών,  πως λιθοβολώντας το δάσκαλο, διαλύεις τα σχολεία με την ησυχία σου). Μάθαμε να μιλάμε όχι για ικανότητες και ταλέντα αλλά για δεξιότητες, ένα εύκολα χειραγωγίσιμο υλικό που δεν θα λέει όχι σε τίποτα και δεν θα το καταλαβαίνει. Ευτυχώς για την κοινωνία και δυστυχώς για το σύστημα, τα νιάτα είναι νιάτα, όσο κι αν τα καταβάλλεις πάντα θα βρίσκεται μια μερίδα ανάμεσά τους που θα διεκδικεί το μερτικό της στην ευτυχία και τη δικαιοσύνη.

         Η δημοκρατία του δικομματισμού θύμιζε πάντα το τραγούδι του Σαββόπουλου: «Η δίκη εξελισσόταν μέσα μα η δικαιοσύνη ήταν απ’ έξω». Οι πολιτικοί διαχειρίζονται τη ζωή μας, ερήμην μας.  «Για το καλό μας», που λέει κι ο Μηλιώκας. Από εδώ εμείς, από εκεί οι πολιτικοί. Η ζωή μας δεν είναι πια αρμοδιότητά μας αλλά δική τους. Αυτό είναι η πεμπτουσία του πολιτικού συστήματος που εξεμέτρησε τον χρόνο και πνέει τα λοίσθια: να μην ορίζεις τη ζωή σου και τις επιθυμίες σου και να το θεωρείς απολύτως δεδομένο. Μια πλήρης διαστρέβλωση των πραγμάτων δηλαδή. Και για το λόγο αυτό στρέφει τον ένα μας ενάντια στον άλλον. Κοινωνικός αυτοματισμός. Το διαίρει και βασίλευε της αγγλικής αποικιοκρατικής πολιτικής. Αυτή τη «δημοκρατία» περιπαίζει, γελοιοποιεί στα 11 κεφάλαια του βιβλίου του ο Κουνενής.

Ο Νίκος Κουνενής

         Τη «δημοκρατία» που ευτελίζει την ιερότητα της ψήφου μετατρέποντάς την είτε σε βαρετό καθήκον είτε σε αντικείμενο χλευασμού ή, ακόμα χειρότερα, αλλά πόσο διαδεδομένο σε μέσο ρουσφετολογικών ανταλλαγών.  Που απεχθάνεται έως θανάτου την αμεσοδημοκρατία, αυτήν της οποία τα πρώτα, άπειρα ίσως αλλά με πόση συγκίνηση κι ελπίδα, ψήγματα είδαμε στις πλατείες. Τη «δημοκρατία» της καταστολής και του φόβου, των ΜΑΤ και της ποινικοποίησης των αγώνων. Τη «δημοκρατία» του φόβου, που καταδικάζει ένα λαό στην ανεργία, τη φτώχια και την ταπείνωση και που θηριωδώς καλπάζει ανεξέλεγκτη με βαμπιρικές απαιτήσεις, μέχρι να διαλύσει κάθε εργασιακό δικαίωμα κατακτημένο με αγώνες δεκαετιών. Τη» δημοκρατία» που αλλάζει τις λέξεις για να μην καταλαβαίνουμε το πλήρες νόημα των αντιλαϊκών μέτρων που παίρνει, που ονομάζει τις μαζικές απολύσεις «διορθωτικές πράξεις» (το παράδειγμα είναι από τον Μπουρντιέ), που ονομάζει τρομοκρατία την λαϊκή αγανάκτηση, που γενικεύει και υπεραπλουστεύει ώστε να χωράει η πληθυντική πραγματικότητα σε ένα απλό και κατανοητό σχήμα,  να το εγκολπωθεί ο πολίτης και να εφησυχάσει στον καναπέ του. Τη «δημοκρατία» που εμποδίζει τις οριζόντιες συμμαχίες των εργαζομένων των ευρωπαϊκών λαών τρέμοντας τη γενικευμένη αντίσταση. Τη «δημοκρατία» που ντύνει πολιτικά και δίνει άλλοθι σε ένα πανίσχυρο οικονομικό σύστημα που αποτελεί τον ορισμό της κατάλυσής της. Τη «δημοκρατία» που έστειλε τη χώρα στην αγκαλιά του ΔΝΤ, που θεωρεί επικίνδυνο αδιέξοδο και τρομοκρατία ό,τι δεν είναι  το συμφέρον του κεφαλαίου. Τη «δημοκρατία» που μισεί τη διαφορετικότητα. Τη «δημοκρατία» που όταν είχε οικονομικό συμφέρον άφησε να μπουν στη χώρα χιλιάδες δυστυχισμένοι, για την κατάντια των οποίων έβαλε και η χώρα μας το χέρι της, και τώρα λύνει το πρόβλημα, όχι με μια περήφανη πολιτική απαίτηση από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μα θύμα της οσφυοκαμψίας των πολιτικών της που υπέγραψαν το Δουβλίνο 2, φτιάχνοντας στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τη «δημοκρατία» που γνώρισαν ως δημοκρατία οι νέοι μας και απέστρεψαν τρομαγμένοι το πρόσωπο. Αυτή τη «δημοκρατία» καταγγέλλει με τον δικό του τρόπο ο Κουνενής στο βιβλίο του, με μια ανελέητη κριτική αποστασιοποίηση που δεν κρύβει όμως πουθενά ούτε την αριστερή καταγωγή της σκέψης του, ούτε την αριστερή προοπτική του οράματός του. Που με την εις άτοπον απαγωγή είναι όλα όσα λέει η περίφημη ρήση του Μπρετόν –που πολύ θα χαιρόταν το βιβλίο αυτό, αν ζούσε στην εποχή και στον τόπο μας: όποια κι αν είναι η ερώτηση, η απάντηση είναι ο άνθρωπος.

Advertisements