Σε ένα μικρό πολυχώρο πολιτισμού  κάπου στο Βοτανικό, το  Beton7, η ομάδα «Θέατρο του Πανικού» ανέβασε ένα ενδιαφέρον θεατρικό έργο, το «Θάνατο του Αντονέλλο» της Βιβής Πηνιώτη (Α΄ Κρατικό Βραβείο για νέους δημιουργούς 2009).

         Το έργο κινείται γύρω από ένα ερώτημα που αφορά την σχέση ανάμεσα στην οριστικότητα της εικαστικής δημιουργίας  και την αέναη κινητικότητα της θεατρικής παράστασης. Στην κλασική ζωγραφική, ο πίνακας δίνεται στο θεατή ως κάτι τελειωμένο. Η εικόνα έχει συλλάβει τη στιγμή, έχει αποτυπώσει το φως, έχει κλείσει μέσα στα χρώματα και τις εντάσεις την ερμηνεία του ζωγράφου, αλλά ο θεατής απολαμβάνει μια ακίνητη εικόνα. Ο χρόνος δεν θα την αλλάξει. Μπορεί να την καταστρέψει (ακόμα και ηθελημένα, όπως το περίφημο έργο του Ζερικό) αλλά δεν θα την αλλάξει. Το χαμόγελο της Τζοκόντα θα είναι πάντα το ίδιο, ο Ιησούς του Μπενότσο Γκοτσόλι θα έχει πάντα την τραγικότητα του πόνουβίαια χαραγμένη στο πρόσωπό του και τα παιδιά που λένε τα κάλαντα στον πίνακα του Λύτρα δεν θα μεγαλώσουν ποτέ, έχουν εγκλωβιστεί σε μια στιγμή, θα λένε τα κάλαντα για πάντα. Και μετά το θάνατο του δημιουργού του και μετά το θάνατο του τελευταίου που το κοίταξε ένα λεπτό πριν.

         Αντίθετα, στο θέατρο, η παράσταση είναι το διαρκώς ανανεούμενο, το κάθε φορά νέο και μοναδικό, γεννιέται άπαξ και πεθαίνει για να γεννηθεί την αμέσως επόμενη φορά ίδια αλλά διαφορετική. Η κίνηση και η αλλαγή, η ροή, η εξέλιξη είναι μέσα στον ορισμό της. Τι θα γινόταν, όμως, αν οι φιγούρες ενός κλασικού πίνακα, ενός αναγεννησιακού πίνακα ξαφνικά ζωντάνευαν και απαιτούσαν την κίνηση και την εξέλιξη; Εδώ είναι ο πυρήνας του έργου «Ο θάνατος του Αντονέλλο».

H Σεσίλια με το μαχαίρι

         Μια γυναίκα προσφέρει ένα τσαμπί σταφύλια σε ένα άντρα που έχει αλλού στραμμένο το βλέμμα. Αν προσέξει κανείς καλύτερα η νέα γυναίκα στο άλλο χέρι κρατά ένα μαχαίρι. Το έχει άραγε για να κόβει σταφύλια ή μήπως είναι έτοιμη να το μπήξει στο κορμί του άντρα κι αν είναι έτσι, γιατί; Τι σχέση έχουν αυτοί οι δύο; Ξαφνικά ο πίνακας ζωντανεύει, η γυναίκα αρχίζει να μιλά, θέλει να ξεμουδιάσει, θέλει να πάει στη θάλασσα. Αυτός αρνείται. Το δικό του συντηρητικό πνεύμα που αδυνατεί να δει τη δυνατότητα μιας αλλαγής αντιπαρατίθεται με τη δικιά της σκέψη που τρέχει μακριά και ποθεί αλλαγές και ταξίδια, ρωτά και ζητά απαντήσεις που δεν υπάρχουν.

         Ο πίνακας δεν αποκαλύπτει, κρύβει την αλήθεια. Όταν θα έρθει η συντηρήτρια, θα αποκαλυφθεί το πραγματικό: η σκηνή του φόνου. Την είχε κρύψει ο καλλιτέχνης κάτω από μια νέα εκδοχή, σ’ αυτήν ο φόνος ήταν ενδεχόμενος, αμφιλεγόμενη η κίνηση της γυναίκας, όμως η αρχική σύλληψη ήταν πάντα εκεί άγρια, όπως το ένστικτο και η εκδίκηση. Σ’ αυτήν ο Αντονέλλο είναι καταδικασμένος να πονά στον αιώνα από το μαχαίρι που του ξεσχίζει τα σπλάχνα.  Αυτό που δεν ήθελε ο ζωγράφος, ήρθε ο επιστήμονας –η συντηρήτρια- να το φέρει στο φως. Ξαναζωγράφισε άσπλαχνα την πρώτη εκδοχή, επιτρέποντάς της να αναδυθεί, κάτω από την εικόνα που είχε επιλέξει ο καλλιτέχνης και ίσως να επισκιάσει την προθετικότητά του. Συνειδητό και ασυνείδητο, φως και σκοτάδι, τέχνη και επιστήμη –μερικά ζεύγη όχι απαραίτητα αντιθέτων αλλά πάντως σε μια σχέση σύγκρουσης.

Το πάνω της τέχνης

         Το «Θέατρο του Πανικού» είναι μια ομάδα που οι βασικοί συντελεστές της –ο Λύσανδρος Σπετσιέρης και ο Κωνσταντίνος Παπαθεοδώρου, που είναι και οι σκηνοθέτες της παράστασης- υπήρξαν βασικοί συνεργάτες της ομάδας Άσκηση και του Περικλή Μουστάκη. Από την ίδια ομάδα έχει περάσει και η συγγραφέας, Βιβή Πηνιώτη. Η σκηνοθετική γραμμή είναι επηρεασμένη από την παράδοση της Άσκησης.  Η παράσταση έχει δυο επίπεδα: επάνω τα δρώμενα περί τον πίνακα, μέσα στο ανελέητο φως και κάτω σε σκιές και εντάσεις το διονυσιακό στοιχείο σε διαρκή, πάλλουσα κίνηση. Έρπουσα φτάνει η συντηρήτρια σε ένα κουκούλι κι έπειτα κραταιή ορίζει τον πίνακα αλλά όχι τα δρώμενα του υπογείου, που ανεξέλεγκτα ψάχνουν το άρρητο των σωμάτων. Ο Λύσανδρος Σπετσιέρης ως Αντονέλλο και η Ελισάβετ Μαρμαγγέλου ως συντηρήτρια κινήθηκαν με άνεση μέσα στο είδος του θεάτρου που δουλεύουν. Η Ιωάννα Κυρίτση, η Ειρήνη Ρουμελιωτάκη, η Λήδα Τουλουμάκου και η Στέλα Φωτιάδη ζωντάνεψαν την αντίθεση του θεάτρου. Στέκομαι ιδιαιτέρως στην Ελισάβετ Λουμπαρδιά (Σεσίλια), για τη χάρη και το δυναμισμό της σκηνικής παρουσίας.

Advertisements