Οι τακτικοί αναγνώστες της στήλης θα μας έχουν ακούσει συχνά να γκρινιάζουμε για τα επετειακά έτη, κατά τη διάρκεια των οποίων κατά κόρον γίνεται λόγος για ένα συγγραφέα. Αν μεν τυγχάνει μείζων, ο λόγος περί αυτού θα συνεχιστεί στο διηνεκές αν, όμως, ο πτωχός τυγχάνει ήσσων, τότε τον περιμένει η μαρμάγκα της λήθης ως την επόμενη επέτειο, ότε θα αναγνωσθούν και συμβουλευτικώς από τους νεώτερους μελετητές του, όσα συνέγραψαν οι θηρευτές των papers και τα τσακάλια των συνεδρίων  στην προηγούμενη. Φέτος είναι τα εκατοντάχρονα από το θάνατο του Παπαδιαμάντη, συγγραφέα που η υπογράφουσα την στήλη λατρεύει κυριολεκτικώς και με την άλλη της ιδιότητα, της συγγραφέως δηλαδή, του αποτίμησε την πρέπουσα τιμή σε ανύποπτο χρόνο στο τελευταίο της βιβλίο. Πλήθος συνέδρια, άρθρα, μελετήματα και φευ! θεατρικές παραστάσεις. Από την έναρξη της χειμερινής περιόδου μέχρι σήμερα εμείς προσωπικώς  είδαμε τουλάχιστον επτά που επιχειρούσαν να δραματοποιήσουν διάφορα διηγήματα του συγγραφέα.

         Είναι αλήθεια ότι ο Παπαδιαμάντης διαθέτει μια ρωμαλέα εσωτερική δραματικότητα, που φαίνεται όχι μόνο στους εκπληκτικής αμεσότητας διαλόγους αλλά και στον ιδιαίτερο τρόπο προσέγγισης των χαρακτήρων του. Πάντως αυτή η δραματικότητα αποτελεί χαρακτηριστικό της παπαδιαμάντειας δημιουργίας σε οργανική όμως σχέση με την ιδιαιτερότητα της γλώσσας και τη λεπτομέρεια της περιγραφής, που πλησιάζει την έννοια του λεκτικού πίνακα. Δεν σημαίνει, λοιπόν, ότι κάθε διήγημα του Παπαδιαμάντη μπορεί να αποτελέσει ύλη θεατρικής αναπαράστασης. Το αντίθετο, μάλιστα, κατά τη γνώμη μας συμβαίνει: τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη ακριβώς γιατί είναι ατόφια και σπάνιας ποιότητας πεζογραφία, αντιστέκονται στη μεταφορά τους σε άλλο είδος τέχνης –εν προκειμένω στο θέατρο. Η καλύτερη λύση είναι ένα αναλόγιο, μια καθαρή, ζωντανή και με άποψη ανάγνωση, από καλλιτέχνες που γράμματα γνωρίζουν και αγαπούν βαθιά τον κοσμοκαλόγερο συγγραφέα.

Mαρινέλλα Βλαχάκη και Αντώνης Περαντωνάκης

         Ωστόσο από την Κρήτη ήρθε η έκπληξη. Την Κυριακή το βράδυ παρακολουθήσαμε στον ζεστό, φιλικό και φιλόξενο πολιτιστικό χώρος «Εύμαρος» μια πολύ αξιόλογη δουλειά της εταιρείας τέχνης «Βιολέτα» – Μαρινέλλα Βλαχάκη και  Αντώνης Περαντωνάκης.  Ο τίτλος ήταν το «Αγνάντεμα» και συνέδεε σε κοινή παρουσίαση το ομότιτλο διήγημα και το πολύ γνωστό «Όνειρο στο κύμα». Το πρώτο ειδικά χαρακτηρίζεται από μια πάλλουσα περιγραφικότητα που διακόπτεται από την εγκιβωτισμένη ιστορία που διηγείται η θεια-Φλωρού, το παραμύθι της μαρμαρωμένης Φλαντρώς. Το δεύτερο είναι μια λιτή αφήγηση σε α΄ πρόσωπο μιας από τις ωραιότερες ιστορίες που γέννησε η πένα του μεγάλου σκιαθίτη: η μνήμη ενός αγνού εφηβικού έρωτα που συνοδεύει σε όλη του τη ζωή τον κεντρικό ήρωα, δημιουργώντας ένα ανυπέρβλητο μέτρο στις ερωτικές του αναζητήσεις και μια δροσιά αθωότητας και πρωτόγνωρου, όταν η ζωή τον έχει πια αποχυμώσει και γεμίσει άθλιες εμπειρίες.

         Οι δυο δημιουργοί της παράστασης σεβάστηκαν το κείμενο, ακολούθησαν τους ρυθμούς του, δεν το φόρτωσαν με υποκριτικές υπερβολές ούτε δραματοποίησαν σε όλη τους την έκταση τα διηγήματα. Άλλοτε με ανάγνωση εναλλάξ, άλλοτε παρεμβαίνοντας ο ένας στην ανάγνωση του άλλου –πράγμα που δημιουργούσε την αίσθηση μιας κριτικής απόστασης από το κείμενο- άλλοτε ερμηνεύοντας τους ήρωες των διηγημάτων –η υποκριτική  της Βλαχάκη στην θεια Φλωρού έδειχνε ευαισθησία, πλήρη κατανόηση του χαρακτήρα της γυναίκας αλλά και του ρόλου του παραμυθιού στις νησιωτικές κοινωνίες του 19ου αιώνα, άρα και των ρυθμών, των εντάσεων και των ταυτίσεων που είναι απαραίτητες για την αφήγησή του. Ο Περαντωνάκης απέδωσε τον ήρωα που ανέλαβε με τρυφερότητα, κατά στιγμές με χιούμορ αλλά κυρίως με ένα ενδιαφέροντα χειρισμό του θέματος του χρόνου: ο αφηγητής είναι πλέον ηλικιώτης και μιλά για κάτι που του συνέβη στην εφηβεία. Ο ενήλικας αφηγούνταν αποκαλύπτοντας γυμνά και ουσιαστικά τμήματα του εφήβου, που ερχόταν πάνω στη σκηνή και χανόταν ξανά, όσο εναλλάσσονταν τα συναισθήματα και αναλόγως προς τις εντάσεις των επεισοδίων.

Ο μουσικός Λεωνίδας Μαριδάκης

         Η αίθουσα του «Εύμαρου» γέμισε εικόνες και ήχους θαλασσινούς, νησιώτικα τοπία και μυρωδιές μιας άλλης εποχής. Στην συγκίνηση αλλά και στην ευαισθησία της παράστασης συνέτεινε ουσιαστικά η αισθαντική, γεμάτη μνήμες της παράδοσης δημιουργικά επεξεργασμένης μουσική του Λεωνίδα Μαριδάκη, που συμπλήρωνε και σχολίαζε μουσικά τα τεκταινόμενα. Η παρουσία του πάνω στη σκηνή δημιουργούσε ένα τρίτο υποκριτή, οργανικά ενταγμένο στην αφήγηση.

         Είναι κρίμα που η παράσταση δόθηκε μόνο δύο φορές και την χάρηκαν λίγοι μόνο θεατρόφιλοι όσο και λάτρεις του Παπαδιαμάντη. Ευχής έργο θα ήταν κάποιος φορέας να τους προσκαλέσει ξανά και όσο γίνεται συντομότερα.

ΕΠΟΧΗ, 27.2.2012

Advertisements