Πληροφορήθηκα με μεγάλο σκεπτικισμό ότι η ομάδα «Πείρα(γ)μα» θα ανέβαζε Αριστοφάνη στην σκηνή του  μουσικού θεάτρου «Γυάλινο» και διστακτικά, με αμηχανία, μπορώ να πω περισσότερο από περιέργεια, αποφάσισα να πάω στην παράσταση. Και διαψεύστηκα πλήρως. Ένας ζουμερός, ζωντανός, λαϊκός Αριστοφάνης παρέσυρε το κοινό που παρακολουθούσε προσεκτικά και με ευφορία τα δρώμενα.

        Ο «Πλούτος» είναι η τελευταία μάλλον κωμωδία του ποιητή.  γράφτηκε το 388 π.Χ. και ο Αριστοφάνης πέθανε τρία χρόνια μετά. Οι πληγές του Πελοποννησιακού Πολέμου είναι ανοιχτές, η Αθήνα έχει καταρρεύσει. Το σημαντικότερο αποτέλεσμα  ωστόσο είναι η σταδιακή κατάρρευση της πόλης ως πολιτικής δομής και η απομάκρυνση των πολιτών από την ενεργό πολιτική δράση.  Λίγο-λίγο η έννοια «πολίτης» χάνεται, η πολιτική δραστηριότητα περνά στα χέρια επαγγελματιών αποκλειστικά, ο λαός κλείνεται στον εαυτό του και στα προβλήματά του. ιδιωτεύει με τη σημερινή έννοια της λέξης. Η περήφανη ορμή που έκανε τον Αθηναίο να αισθάνεται μέλος, αν όχι κύτταρο ενός πολυπλόκαμου οργανισμού, της πόλης του, για την οποίο είχε προσωπική ευθύνη, έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.  Ανασφαλείς, φοβισμένοι, χωρίς εμπιστοσύνη στους κυβερνήτες τους, με καταρρακωμένη αξιοπρέπεια, σε ένα κόσμο που η διαφθορά μεγαλώνει ολοένα και οι αξίες χάνονται μέσα στην ιδιοτέλεια και τα συμφέροντα, με όλο και πιο λανθασμένες πολιτικές επιλογές,  με τη μνήμη ενός λαμπρού παρελθόντος να τους καίει πυρετικά και να μην τους αφήνει να δουν ρεαλιστικά το παρόν και το μέλλον τους, οι Αθηναίοι προσπαθούν να κλείσουν τις πληγές τους και να επιβιώσουν. Θυμίζει κάτι;

Ο Γιάννης Καρούνης ως Καρίων

Μέσα σ’ αυτή τη συγκυρία, ο 63χρονος Αριστοφάνης γράφει τον «Πλούτο». Αριστοκρατικών αντιλήψεων, βαθύτατα συντηρητικός, κουβαλώντας τις αξίες ενός ιεραρχημένου κόσμου με πρωτεύουσα δύναμη τους αριστοκράτες γαιοκτήμονες, έκλεισε σχεδόν το έργο του με την πιο συντηρητική κωμωδία, μακριά από το ρωμαλέο πολιτικό λόγο των παλιότερων δημιουργιών του. Χαμηλότονο, διδακτικό κείμενο με πολλές αντιφάσεις, ωστόσο ο «Πλούτος» έχει μια αθωότητα που συγκινεί βαθιά  τον σύγχρονο θεατή. Τυφλός θεός ο Πλούτος, δίνει τα αγαθά σε ανάξιους –κλέφτες, συκοφάντες, προδότες- ενώ οι ενάρετοι άνθρωποι του μόχθου και οι ευγενείς που έμειναν εσθλοί στο νου και την ψυχή πεινούν και υποφέρουν. Ο Χρεμύλος αναλαμβάνει, κατόπιν υπόδειξης του Απόλλωνα, να κάνει καλά τον γέρο θεό, με τον όρο να μοιράσει δίκαια τα αγαθά του στους ανθρώπους. Και έτσι γίνεται. Η θεά Φτώχια θα γυρέψει τα δίκια της, με το σκεπτικό ότι ο φτωχός είναι ενάρετος και η θέληση για μια καλύτερη ζωή είναι πηγή προόδου αλλά θα χάσει τον αγώνα και θα εκδιωχθεί από την πόλη, ενώ ο Πλούτος θα γεμίσει αγαθά και χαρά τους δίκαιους της πόλης. Μ’ ένα λόγο μια ουτοπία, μια ηθική αποκατάσταση του δίκαιου, με μια μικρή δόση εκδίκησης αυτών που υπέφεραν από τους άδικους και τους διεφθαρμένους.

Η Ειρήνη Μελά ως Φτώχια 

Ο Αριστοφάνης δεν διεκδικεί, στρογγυλεύει. Ονειρεύεται ένα καλύτερο κόσμο που θα έρθει, όμως, χωρίς βία και ανατροπές. Ο κόσμος του «Πλούτου» χωρίζεται με ηθικά πρόσημα –οι δίκαιοι και οι άδικοι, οι καλοί και οι κακοί, οι ενάρετοι και οι διεφθαρμένοι. Ο ποιητής θεωρεί ότι η ευτυχία εξαρτάται από την ευημερία αλλά αυτή την ευημερία πρέπει να την χαίρονται άνθρωποι που την αξίζουν, άρα να υπάρχει μια ακλόνητη ισορροπία ανάμεσα στο ηθικό και το υλικό. Έτσι ίσως αποκατασταθεί εκ νέου η πληγωμένη πόλη και οι πολίτες ξαναβρούν το δρόμο της υγιούς πολιτικής ζωής. Δεν είναι τυχαίο το διαλεκτικό παιχνίδι σκότους/τυφλότητας και φωτός/ανάβλεψης. Το σκοτάδι ταυτίζεται με την φαυλότητα της πολιτικής ζωής και την αδικία και η ανάβλεψη με την αποκατάσταση του δικαίου.

Η Αγγελική Κασσόλα σκηνοθέτησε το έργο με κέφι, δίνοντας στην όλη δουλειά  ένα αέρα λαϊκού θεάτρου, που λέει αυτό που θέλει να πει με απλότητα και σαφήνεια. Δεν προσπάθησε πρωτοποριακές ερμηνείες, η ανάγνωσή της είχε ως γνώμονα την έννοια του «λαϊκού θεάτρου». Το «Πείρα(γ)μα» λειτούργησε σαν μπουλούκι, φέρνοντας στον υποψιασμένο θεατή μια ιδιάζουσα συγκίνηση, καθώς τον έκανε να ανακαλεί εκείνους τους γενναίους θεατρίνους που περιδιάβαζαν την επαρχία με τη λαχτάρα του θεάτρου, την πεποίθηση της προσφοράς και τον φόβο του μεροκάματου. Που έπαιζαν μέσα σε παγωμένα καφενεία απίθανους συνδυασμούς σκηνών ή ολοκληρωμένα έργα γνωρίζοντας τη μαγεία του θεάτρου σε απομονωμένα χωριά της ελληνικής περιφέρειας. Τότε που δεν υπήρχε η τηλεόραση να μαθαίνει στον κόσμο τις φτηνές δικές της επιλογές. Γι’ αυτό μίλησα στην αρχή για αθωότητα. Κατάφερε μάλιστα να διαβάσει τον «Πλούτο» με μια ματιά αριστερή, χωρίς κραυγές και επιτηδεύσεις. Με χιούμορ και προσοχή. Χωρίς να προδώσει το κείμενο με ευκολίες μεταφοράς στο παρόν. Κι όμως το παρόν μας ήταν εκεί και συνομιλούσε με το αριστοφανικό κείμενο. Πάντως η επιθεωρησιακή αμεσότητα της παράστασης δεν κέρδισε με την εμβόλιμη παρουσία ποιητικών θραυσμάτων από την σύγχρονη ποίηση, όσο καλοδιαλεγμένα από άποψη ποιότητας κι αν ήταν

        Τα κοστούμια της Ασπασίας Μπότα και το μακιγιάζ της Ειρήνης Σπήλιου εναρμονίζονταν με την σκηνοθετική αντίληψη και έφερναν ευφρόσυνες νότες στο στροβίλισμα των υποκριτών.  Μια μικρή ένσταση στο κοστούμι της Πενίας δεν χαλάει την καλή εικόνα του συνόλου. Στον ρόλο του Πλούτου ο Παναγιώτης Διαμαντόπουλος, του Χρεμύλου ο Δημήτρης Καμπίτσης, δούλος Καρίωνας ο εκ των δημιουργών της ομάδας Γιάννης Καρούνης, άξια Πενία η Ειρήνη Μελά (επίσης από τα ιδρυτικά μέλη της ομάδας), που υπέγραψε και τη μετάφραση, η ίδια και στον απολαυστικό ρόλο της Γριάς που κυνηγάει τρυφερούδια, όπου ο Αριστοφάνης επαναλαμβάνει, αλλά σε χαμηλότερους τόνους, την άγρια και άδικη  σάτιρα των γυναικείων γηρατειών που ξέρουμε από τις «Εκκλησιάζουσες» και φιλοχρήματος ιερέας. Σε διπλούς ρόλους και οι Γιώργος Αραχωβίτης και Γιάννης Μίνως, Ερμής η Έλλη Καμπίτση. Άφησα τελευταίο τον Κώστα Πέτρου  γιατί μου άρεσε ιδιαίτερα ο ερμηνευτικός τρόπος με τον οποίο προσέγγισε τον Δίκαιο: σαν να μην επρόκειτο για πρόσωπο κωμωδίας.

Ο Κώστας Πέτρου ως Δίκαιος

Στις δύσκολες μέρες που περνούμε και στις ακόμη δυσκολότερες που θα έρθουν η τέχνη έχει να παίξει σπουδαίο ρόλο, όσο κι αν φαίνεται μια τέτοια σκέψη ρομαντική. Θυμάμαι συχνά εκείνο το υπέροχο ποίημα του Σαχτούρη, το «Ψωμί»: Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φρατζόλα ζεστό ψωμί είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό/ Ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι/Έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω/ Όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος και αυτή/ Μ’ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε/Κομμάτια γνήσιο ουρανό/ Κι όλοι τώρα τρέχαν σ’ αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί/ Όλοι τρέχανε στο μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό/ Ας μην το κρύβουμε/ Διψάμε για ουρανό!

Πώς μπορεί να παρέμβει, όμως, ουσιαστικά η τέχνη; Το θέατρο εν προκειμένω; Θα πρέπει να ψάξουμε τρόπους και χώρους. Τρόπους να αναπαρθενεύσουμε την σχέση τέχνης και κοινού, να ξαναβάλουμε την τέχνη στην καθημερινότητα του πολίτη ως ανάγκη. Να σπάσουμε τα στεγανά σκηνής και πλατείας όχι με υποκριτικές διαδραστικότητες αλλά με πραγματική συμμετοχή και συνδημιουργία. Και χώρους συνάντησης, απρόσμενους χώρους, ανατρεπτικούς. Δημόσιους χώρους και χώρους δουλειάς, που έτσι ανανοηματοδοτούνται. Ολιγόλεπτες καταλήψεις  για να παιχτεί μια παράσταση στα κλιμακοστάσια ενός Υπουργείου ή ενός δημαρχείου, να εξελίσσεται από όροφο σε όροφο… Ξαφνικά να σπάζει η κατήφεια μιας πλατείας, αυτό είναι μια πράξη αντίστασης. Το άνθισμα της έκπληξης και η χαρά είναι μια πράξη αντίστασης. Δημιουργεί επίσης μια αναμονή. Θα ξαναπάει κάποιος με την ελπίδα πως θα ξαναγίνει. Θα το ξαναζήσει το μοναδικό εκείνο. Σ’  όλ’ αυτά η ιστορία και η παράδοση του θεάτρου μπορεί να μας δώσει πολλές, χρήσιμες και σημαντικές ιδέες –κι αυτά που έγραψα δεν είναι δικά μου, από την ιστορία του αναγεννησιακού θεάτρου τα πήρα και από την υπέροχη  δουλειά του σπουδαίου βραζιλιάνου καλλιτέχνη Αουγκούστο Μπόαλ. Και αφορμή μου έδωσε η «μπουλουκτσίδικη» ευφρόσυνη παράσταση του «Πειρά(γ)ματος»  που έφερε το αρχαίο θέατρο σε ένα θέατρο-μπαρ.

Θα επανέλθουμε.

ΕΠΟΧΗ, 4.3.2012

Advertisements