Στρίνμπεργκ, Η Καταιγίδα

         Στη μέση της σκηνής ένα κουκλόσπιτο, μικρό, θα μπορούσε να το πατήσει και να το συνθλίψει η μπότα ενός μικρόσωμου άντρα, πίσω μια διώροφη κατασκευή που θυμίζει κρεβάτι με ουρανό, βιτρίνα ή σκηνή πλανόδιου θιάσου. Διώροφη; Όχι, ακριβώς. Κατά τη διάρκεια της παράστασης αποκαλύπτεται και ένα τρίτο επίπεδο, ένα υπόγειο. Το εσωτερικό του κουκλόσπιτου δεν είναι ευχάριστο και παιγνιώδες, είναι σκληρό και γεμάτο μυστικά, όπως ο κόσμος, όπως η ψυχή του ανθρώπου. Ο πρωταγωνιστής ζει στο ισόγειο. Κάτω, είναι ο κόσμος της δουλειάς, των ανθρώπων της καθημερινής δράσης, που δεν προλαβαίνουν να βυθιστούν στα ερέβη του προβληματισμού γιατί τους κυνηγούν τα προβλήματα. Πάνω, το άγνωστο, που όμως φέρνει το παρελθόν στο προσκήνιο και υποχρεώνει σε άδοξες εντάσεις. Αυτός στο μέσο, από όπου εξακτινώνεται το βλέμμα του προς κάθε κατεύθυνση, για να γυρίσει πίσω άδειο και να ψάξει μέσα του αυτό που δεν μπορεί να βρει. Το φως ανελέητο χαράζει χώρους δράσης. Η «Καταιγίδα» αρχίζει.

         Έργο απαιτητικό και σκληρό, από τα πλέον κρυπτογραφικά του Στρίνμπεργκ, δεν ανεβαίνει συχνά στις σκηνές μας. Όπως το λέγαμε και σε προηγούμενο σημείωμα, από το πλούσιο έργο του σουηδού συγγραφέα προτιμώνται τρία-τέσσερα έργα και αυτά παριστάνονται συνήθως, όχι μόνο στο ελληνικό αλλά και στο παγκόσμιο θέατρο. Αν δεν απατώμεθα, η «Καταιγίδα» ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το 1995, από τη Μάγια Λυμπεροπούλου, στο Θέατρο Τέχνης, με πρωταγωνιστές τον Λαζάνη, τη Γέρου και τον Περικλή Μουστάκη, που ασχολείται τώρα εκ νέου μαζί της ως ηθοποιός και σκηνοθέτης. Σε ώριμη στιγμή, έχοντας προχωρήσει τη δυναμική μέθοδο με την οποία προσεγγίζει τα κλασικά κείμενα και ισορροπώντας γοητευτικά και αποτελεσματικά τον ρεαλισμό με κύματα αποδόμησης, κατέβηκε στον πυρήνα του έργου και με αστείρευτη φαντασία και ιλιγγιώδη ευρηματικότητα ανέδειξε τις μεγάλες και βίαιες συγκρούσεις στις ψυχές των ηρώων.

         Ο πρωταγωνιστής δεν έχει όνομα, ούτε καν ιδιότητα, είναι ο «κύριος». Ολομόναχος, περιστοιχίζεται από ανθρώπινες φιγούρες με τις οποίες δεν έχει επαφή, αντιθέτως εκείνοι είναι άνθρωποι που τον νοιάζονται αλλά και τον κρίνουν. Το διαζύγιο με την κατά πολύ νεότερη γυναίκα του και η απομάκρυνση από το παιδί τους έχει πετρώσει τον ήδη δύσκολα προσεγγίσιμο κόσμο του. Όταν ξαφνικά εκείνη γυρίσει πίσω με το νέο της σύζυγο, που έχει υιοθετήσει το παιδί τους, ο «κύριος» θα αναγκαστεί να βγει από τη σιωπή και θα προσπαθήσει να μιλήσει. Στο τετ-α-τετ των δύο συζύγων ανοίγονται όλα τα θέματα του Στρίνμπεργκ και η αυτοβιογραφικότητα του κειμένου δεν μπορεί πια να κρυφτεί.

          Στο θέατρο της «Άσκησης» το σώμα μιλά πάνω σε μια φωνή που φτιάχνει ηχητικά πλαίσια και μ’ αυτόν τον τρόπο σκιαγραφεί σχέσεις και συναισθήματα –αξίζει να δει κανείς πώς αναδεικνύεται το μητρικό-ερωτικό συναίσθημα της νεαρής ανηψιάς του «κυρίου» προς τον θείο της, πώς σκιαγραφείται η ανησυχία της, μια σκιά θυμού και η επιστροφή στην αποδοχή και τη φροντίδα. Πλούσια και μαγική η φωνή της έμπειρης σοπράνο Τζένης Δριβάλα, δεν σχολιάζει απλώς τραγουδώντας τους μελοποιημένους στίχους του Ρίλκε αλλά ξαναγράφει τις εντάσεις, προσφέροντάς τις στο θεατή μέσα από μια άλλη οπτική, περισσότερο πνευματικές, βαθύτερα σμιλεμένες, γι’ αυτό και πράγματι λυτρωτικές. Στα πρόσωπα των ηθοποιών μάσκες από Maalox θυμίζουν την εποχή μας. Πώς αντιστέκεται κανείς στη χυδαιότητα και τον τρόμο; Ο δρόμος για να συναντήσουμε τον άλλον περνά από μέσα μας, αλλά αυτό το ταξίδι είναι δύσκολο και μακρύ. Η αγάπη είναι περίσσεια, όχι υστέρημα. Τότε μόνο απλώνεται στοχευμένη, ευεργετική και ανατρεπτική.

         Αξιέπαινες οι ερμηνείες όλων των υποκριτών: Γιώτα Aργυροπούλου, Χρήστος Βελιάνο, Άλκης Ζούπας, Ελένη Γαρυφαλλή, Αϊλήν Καϊμακίδη και Γιάννης Μπόγρης. Ορθώς έπραξε ο Περικλής Μουστάκης και επέστρεψε στην υποκριτική. Ευαίσθητη και με γνώση η μουσική δουλειά του Τηλέμαχου Μούσσα. Εύγλωττες οι λύσεις των σκηνικών της Μαρίζας Παγκάκη και των φωτισμών του Γιάννη Φώτου.

Φραντς Ξαβιέ Κρετς, Στάλερχοφ

         Σε σκηνοθετική ωριμότητα ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ανέβασε στη σκηνή του θεάτρου του Ν. Κόσμου, το δύσκολο και αμφιλεγόμενο έργο του Γερμανού Φραντς Ξαβιέ Κρετς Στάλερχοφ. Το έργο, που γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, παρουσιάζει την ερωτική σχέση ενός 60χρονου εργάτη και της νεαρής καθυστερημένης Μπέμπι, παραμελημένης και στερημένης από αγάπη κόρης των αφεντικών του. Όταν πρωτοπαρουσιάστηκε δημιούργησε ένα μικρό σκάνδαλο με τις ωμές σκηνές γυμνού, αφόδευσης και αυνανισμού που περιέχει. Σήμερα όλ’ αυτά φαίνονται σχεδόν κοινότοπα: η βία και η απομυθευτική παρουσίαση επί σκηνής των λειτουργιών του ανθρώπινου σώματος έχουν κατά κόρον πλέον χρησιμοποιηθεί στο θέατρο, όπως έχουμε συζητήσει και σε προηγούμενα σημειώματά μας.

      Συνεχίζοντας, λοιπόν, ένα κύκλο προβληματισμών που έχει ανοίξει ο σκηνοθέτης από τις Σεξουαλικές Νευρώσεις των γονιών μας, αλλά και με το Καθόλου καλά, ψάχνει κι εδώ, από μια άλλη πλευρά, το θέμα της κακοποίησης και ειδικά της εκμετάλλευσης ενός αδύναμου, νοητικά καθυστερημένου πλάσματος που διψά για αγάπη. Η Μπέμπι απουσιάζει από παντού –από τη σκέψη της μάνας, του πατέρα, του εραστή της. Μεγαλώνει έκπληκτη, μόνη και φοβισμένη, αλλά πεισματάρα.

      Ο Θεοδωρόπουλος έστησε μια παράσταση σκληρή, με υπόγειους ποιητικούς ανέμους και κέντρο το σώμα και τις επιθετικές απεκδύσεις του της νεαρής ηρωίδας που δεν γνωρίζει το σημασιακό πεδίο το οποίο ανοίγεται πάνω από αυτό το σώμα και γύρω από την σεξουαλικότητά του. Επάλληλοι κύκλοι εξουσίας ανοίγονται, η πατριαρχία διασχίζει τα σύνορα των τάξεων και των περιπτώσεων για να συναντηθεί και να αναμετρηθεί με το καίριο της αθωότητας και να προσπαθήσει να το διαγράψει ρημάζοντας τις προθέσεις και τις επιθυμίες του. Όλο αυτό τοποθετημένο σε ένα ευφυώς λιτό αλλά λειτουργικό σκηνικό, που επιμέριζε το χώρο σε καταστάσεις και με σκηνικά αντικείμενα που παρέπεμπαν σε σχέσεις, από την έμπειρη Μαργαρίτα Χατζηιωάννου (η μακρόχρονη συνεργασία της με τον σκηνοθέτη κάνει τις σκηνογραφικές και ενδυματολογικές λύσεις που δίνει για τις παραστάσεις του Θεοδωρόπουλου, να φαίνονται ως οι μόνες δυνατές). Γεωμετρημένοι φωτισμοί από τον Σταύρο Γασπαράτο, σε μια από τις καλύτερες δουλειές του.

         Η Μαρία Καλλιμάνη στο ρόλο της μητέρας έδωσε βαθύτητα σε ένα ηθελημένα ρηχό χαρακτήρα, έρμαιο των κυρίαρχων κοινωνικών επιλογών, υποταγμένη στην ηθική και τη λογική του άντρα της, θρησκόληπτη και περιορισμένων οριζόντων, που νιώθει μειονεκτικά ως μητέρα ενός καθυστερημένου παιδιού –γι’ αυτό και δεν συγχωρεί το κοριτσάκι που δεν μπορεί να διαβάσει με ευχέρεια. Μια στιγμή μονάχα βρίσκει μια σταγόνα κατανόησης –όταν αποφεύγει να της κάνει μια οδυνηρή έκτρωση. Ο Μάνος Βακούσης έπλασε με επάρκεια τον μοναχικό, με ανάπηρη σεξουαλικότητα εργάτη που αρχικά βρίσκει καταφύγιο στη συντροφιά της μικρούλας αλλά αργότερα εκμεταλλεύεται το ανήλικο κορίτσι, χρησιμοποιώντας το ως αντικείμενο, χωρίς αγάπη, χωρίς συνείδηση. Βροντερός ο πατέρας του Κώστα Τριανταφυλλόπουλου. Στην πρώτη της εμφάνιση, η νεαρότατη Αμαλία Αρσένη στο ρόλο της Μπέπι έδειξε να έχει υποκριτικές δυνάμεις. Έβγαλε με αξιοπρέπεια τις δύσκολες σκηνές και έδειξε την αθωότητα και τον αυθορμητισμό αλλά και τη μοναξιά και τον πόνο του κοριτσιού.

(ο στίχος του τίτλου είναι της Ελένης Βακαλό)

εφ. ΕΠΟΧΗ, 5.2.2012

Advertisements