Ομάδα Sforaris,  Παραλογές ή Μικρές Καθημερινές Τραγωδίες

Θέατρο Πορεία

«Τ’ άκουσες, Κωνσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;»

 

Σύντροφοι και φίλοι, καλή χρονιά! Προσπαθούσα ώρα να συντάξω μια όμορφη και, κατά το δυνατόν πρωτότυπη ευχή, για το πρώτο κείμενο του 2012, αλλά δεν βρήκα κάτι καλύτερο από αυτό που έγραψαν στο «ευχετήριο» πανώ τους οι σύντροφοί μου της Δημοτικής Κίνησης Πολιτών Καλλιθέας: «Όπλο μας η αλληλεγγύη. Στόχος μας η ανατροπή. Αγωνιστικό και νικηφόρο 2012». Μακάρι.

Όχι, δεν θα μιλήσω για πολιτική ούτε για οικονομία, δεν θα πω καν για την κατήφεια της πρωτεύουσας σε όλη τη διάρκεια των γιορτών, αστόλιστη βάδιζε μέρα τη μέρα, σπρώχνοντας  τον καιρό, με τα λιγοστά λαμπιόνια του κέντρου να την κάνουν ακόμα πιο θλιβερή και θλιμμένη.  όχι, ούτε  την γιορτή του κ. δημάρχου θα σχολιάσω, και τι να πω παραπάνω από αυτό που είδαν τα μάτια μας και έφριξαν: την υποκρισία της φιλανθρωπίας της μιας μέρας να προσπαθεί να καλύψει αμήχανη μεν, αλλά αγέρωχη και ανάλγητη συνάμα, τα αποτελέσματα της πολιτικής που παράγει άνεργους, άστεγους και πεινασμένους; Και στην οποία οι άρχοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης έρχονται αρωγοί και στυλοβάτες –πλην εξαιρέσεων, λαμπρών βεβαίως, πλην, φευ!, εξαιρέσεων.

Θα πω την πιο όμορφη και αισιόδοξη είδηση: λίγο πριν τα Χριστούγεννα, μια νεαρή γυναίκα, που λίγα χρόνια πριν είχε υποστεί μεταμόσχευση καρδιάς, έφερε στον κόσμο ένα μωρό, ένα κοριτσάκι. Μητέρα και παιδί είναι καλά. Είναι μια από τις ελάχιστες γυναίκες με μεταμόσχευση καρδιάς στον κόσμο που τα κατάφεραν, ολοκλήρωσαν την κύηση και έφτασαν στον τοκετό. Αυτή η γυναίκα είχε το κουράγιο να διακινδυνεύσει τη ζωή που κέρδισε με τόσο κόπο για να φέρει ένα παιδί στον κόσμο, σ’ αυτόν τον κόσμο, με όλα τα προβλήματά του, κι ένα παιδί είναι πάντα μια ελπίδα και μια υπόσχεση στο μέλλον. διαβάζοντας την είδηση ένιωσα ένα ξεχείλισμα χαράς, σαν να ήταν μια πράξη αντίστασης στην κατήφεια και τον τρόμο,  ένα σύμβολο αισιοδοξίας και αγωνιστικότητας, πείσματος και αγάπης για τη ζωή. Το σύμβολο που όλοι χρειαζόμαστε, όταν μας καταλαμβάνει –δίκαια, δεν λέω-  η απαισιοδοξία.

 

Παραλογές

     Στα καθ’ ημάς τώρα. Για την παράσταση της ομάδας Sforaris “Παραλογές ή Μικρές Καθημερινές Τραγωδίες» είχα ακούσει πολλά και  κυρίως από φίλους που την είχαν δει και την συνιστούσαν ενθέρμως. Είχα διαβάσει επίσης και μια δυο θερμές κριτικές από συναδέλφους που τη δουλειά τους παρακολουθώ όσο μπορώ. Η περιέργειά μου είχε εξαφθεί –ομολογώ πως λατρεύω το είδος των «παραλογών»- αλλά όλο κάτι τύχαινε και δεν προλάβαινα να πάω. Τα κατάφερα πριν από λίγες μέρες και χαίρομαι πολύ, ήταν μια παράσταση αξιόλογη και με συγκεκριμένη πρόταση, που την έφερνε πάνω στη σκηνή, με τρόπο διαφανή και ξεκάθαρο.

     Η παραλογή είναι ένα πολύ ιδιαίτερο είδος της δημοτικής ποίησης. Πρόκειται για σχετικά πολύστιχα τραγούδια με έντονο αφηγηματικό χαρακτήρα και μεγάλη δραματικότητα, που αφηγούνται με συντομία και αρτιότητα μια ιστορία παρά τον λόγον, έξω από τη λογική. Οι πιο γνωστές παραλογές στο ελληνικό κοινό –ίσως και εξαιτίας της σχολικής διδασκαλίας τους – είναι το «Γιοφύρι της Άρτας» και «Του νεκρού αδελφού». Η ιστορία του είδους χάνεται στο χρόνο. Δημιούργημα του αγροτικού κόσμου, κουβαλάει μέσα του πάθη  δυσβάσταχτα και την ηθική αυτού του κόσμου, που αλλάζει αργά.  Παραμυθικά και μυθικά μοτίβα που έρχονται από τα αρχαία χρόνια, πανάρχαιες δοξασίες και παραδόσεις, συναντούν την αγριότητα των ηθών και των τρόπων  ενός κόσμου που ζούσε εξαρτημένος από τη φύση, τα καπρίτσια του κλίματος και τη βία των πολέμων και των επιδρομών, που μπορούσαν , ανά πάσα στιγμή, να φέρουν πείνα και θάνατο. Διακριτικά περνούν και ιστορικές πληροφορίες για τη δομή της οικογένειας, τις σχέσεις των φύλων, τους όρους εργασίας, την  τεχνολογία της εποχής. Τα θέματά τους και οι ιστορίες που αφηγούνται σπάνια παραμένουν σε ένα στενό γεωγραφικό ή εθνικό πλαίσιο. Συνήθως παραλλαγές βρίσκουμε σε ένα μεγάλο γεωγραφικό εύρος –ο κόσμος της Μεσογείου και της Μ. Ασίας δεν είχε σύνορα, οι ιστορίες μεταφέρονταν, κάποτε συναντούσαν άλλες παρόμοιες, υιοθετούνταν, μπολιάζονταν με τοπικά στοιχεία, όπως οι αρχαίοι μύθοι και οι αρχαίες θρησκευτικές παραδόσεις. Γι’ αυτό και συναντάμε συχνά στα Βαλκάνια, στη Μ. Ασία και στην Εγγύς Ανατολή παραλογές που-λίγο ή πολύ- μοιάζουν.

     Οι ιστορίες των παραλογών είναι σκληρές, κυριαρχεί ο θάνατος –ως φόνος και ως τιμωρία- η παρουσία του Θεού και της χριστιανικής ηθικής είναι θαμπή, σχεδόν ανύπαρκτη, τον πρώτο ρόλο τον έχει η φύση και οι σχέσεις –οικονομικές και κοινωνικές- που δημιουργούνται μέσα στο βασίλειό της. Η εκδίκηση, το ανταποδοτικό δίκαιο, η αποκατάσταση της τάξης που δεν γνωρίζει και δεν αναγνωρίζει  βαθμούς συγγενείας μπροστά στο σφάλμα. Στον κόσμο των παραλογών –πραγματικό πανηγύρι για ανθρωπολόγους και ψυχαναλυτές- μια μάνα καταριέται το νεκρό παιδί της, γιατί της έδωσε όρκο που δεν κράτησε, κι αυτός σηκώνεται πρόσκαιρα από τον τάφο για να τον πραγματώσει, μια άλλη μάνα σκοτώνει το παιδί της για να μην μαρτυρήσει τη μοιχεία της στον άντρα της και πατέρα του (η εικόνα της μάνας στις παραλογές παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον), ένας πρωτομάστορας θυσιάζει τη γυναίκα του για να στεριώσει το μεγάλο έργο, το γεφύρι.

Καθημερινές τραγωδίες

     Η ομάδα Sforaris,δούλεψε με γνώμονα τη θεωρία του Στίλπωνα Κυριακίδη, σύμφωνα με την οποία οι ρίζες των παραλογών βρίσκονται στην «παρακαταλογή», αρχαίος θεατρικός όρος για ένα είδος μελοδραματικής απαγγελίας στην τραγωδία κυρίως των ρωμαϊκών χρόνων που συνοδευόταν από μουσικό όργανο. Είδαν δηλαδή και μια έννοια συνέχειας και το έντονο θεατρικό στοιχείο του είδους.

     Υπό την σκηνοθετική καθοδήγηση του Γιάννη Καλαβριανού, η ομάδα πειραματίστηκε πάνω σε δύο άξονες: από τη μια, την σύνθεση ενός κειμένου που η βάση του είναι 4 παραλογές των οποίων θέμα  είναι ο φόνος μέσα στον περίκλειστο κόσμο της αγροτικής οικογένειας σε μια χρονική περίοδο που πιάνει, σύμφωνα με ένα μακροϊστορικό μοντέλο, πολλούς αιώνες και με γεωγραφικό χώρο το Νότο της Ευρώπης και την Εγγύς Ανατολή και την σκηνική του παρουσίαση, χωρίς να κακοποιηθούν τα όρια και οι πραγματικές δυνατότητες του βασικού είδους.  από την άλλη, εκμοντερνίζοντας την παρεξηγημένη έννοια της συνέχειας, να δοκιμάσουν την πιθανότητα ενός διαλόγου του σκοτεινού λυρισμού των παραλογών με τον ιδιότυπο λυρισμό του Τάσου Λειβαδίτη, που  στην ποίησή του εμπλέκεται διαλεκτικά (και σπαρακτικά) η προσπάθεια να ρηματοποιηθεί το υπαρξιακό ρίγος, η μοναξιά και η ανασφάλεια, η απώλεια της οδού, με τον πολιτικό στοχασμό και το όραμα. Με προσοχή επιλεγμένα αποσπάσματα του Λειβαδίτη δημιουργούσαν  την αίσθηση ενός παράξενου σχολίου, που κατά στιγμές έμοιαζε να παίρνει τη μορφή διαλόγου.

     Εδώ όμως ακριβώς δημιουργείται και η βασική ένσταση: η ποίηση του Λειβαδίτη είναι στενά συνυφασμένη με τον κόσμο του άστεως, τα συναισθήματα και οι καταστάσεις διαπλέκονται με τον αστικό ιστό, τη μοναξιά της πόλης, την ερημία του πλήθους. Η φωνή του ποιητή, ειδικά στα αποσπάσματα που χρησιμοποιήθηκαν, είναι ένα εγώ που αναζητεί την επανασύνδεση με την συλλογικότητα, το χαμένο εμείς, που θα ζέσταινε την ψυχή, με ασφάλεια και οράματα. Η χαμηλότονη ποίηση του Λειβαδίτη, η ποίηση των σχολίων και των συναισθημάτων,  απέναντι στην δυναμική αφήγηση και στεγνή συναισθηματικά αφήγηση της  περιπέτειας, δημιουργούσε περισσότερο την αίσθηση της αντίθεσης ανάμεσα σε δύο κόσμους, όπου ο νεότερος μπορεί να εννοήσει τον παρελθόντα και να αναζητήσει την ταυτότητα του μέσα από την αντίθεση και όχι την υπόγεια ενότητα.

     Πολύ θεατρική, η χειροποίητη παράσταση – δημιουργείται κάθε φορά για τον συγκεκριμένο χώρο που πρόκειται να παρουσιασθεί και αξιοποιεί τις ιδιαιτερότητές του, ενώ, παράλληλα δουλεύεται εκ νέου για την κάθε επαναπαρουσίασή της- είχε μια συγκινητική αυθεντικότητα και αθωότητα. Γυναίκες και οι 5 ερμηνεύτριες – Κίκα Γεωργίου, Αννα Ελεφάντη, Χριστίνα Μαξούρη, Αλεξία Μπεζίκη, Βασιλική Σαραντοπούλου- χρησιμοποίησαν το φύλο ως  ερμηνευτική οδό και έπαιξαν μ’ αυτό και τα όριά του, τον ερωτισμό, το πάθος, την αγριότητα, το ένστικτο, αποδίδοντας ταυτόχρονα το θύτη και το θύμα που εγκαταβιώνουν στον ίδιο άνθρωπο την ίδια στιγμή.  Ξένιζε η χρήση μικροφώνων, που προέρχονται από μια άλλη θεατρική παράδοση, τη γερμανική –η Schaubühne, επίπαραδείγματι, τα χρησιμοποιεί κατά κόρον για να δηλώσει την από-στασιοποίηση- όταν κανένα άλλο στοιχείο τεχνολογίας δεν χάραζε  το συμπαγές χειροποίητο της παράστασης. Στα θετικά της παράστασης, οι ωραίες φωνές που στήριζαν τις αισθαντικές  a capella εκτελέσεις των παραδοσιακών τραγουδιών.

 ΕΠΟΧΗ, 8.1.2012

 

 

 

 

Advertisements