Η Προδοσία είναι από τα σημαντικότερα έργα του Χάρολντ Πίντερ. Γραμμένο το 1979, ανήκει στα έργα εκείνα που μελετούν τις σχέσεις του ζεύγους που απασχόλησαν πολύ τον συγγραφέα, κυρίως στην πρώτη περίοδο της δουλειάς του (Το δωμάτιο, Ο Εραστής κ.ά). Στην Προδοσία μελετά διεξοδικά την ιστορία μιας απιστίας. Ένα ζεύγος αστών διανοουμένων και ο καλύτερος φίλος του συζύγου, παντρεμένος κι αυτός. Ο φίλος ερωτεύεται την γυναίκα του φίλου του, εκείνη ανταποκρίνεται, μια παράλληλη σχέση γεννιέται, που κρατά επτά χρόνια. Ο Πίντερ φέρνει στο προσκήνιο ένα διαχρονικό θέμα: τη μοιχεία και ερευνά τα πρόσωπα που ενέχονται στο τρίγωνο ανά δύο. Διαλέγει ένα παράδοξο, αλλά ιδιαίτερα γόνιμο τρόπο για να παρουσιάσει τις σχέσεις: δουλεύει ανάποδα. Ξεκινά από το τέλος, όταν ο «παράνομος δεσμός» έχει τελειώσει από καιρό και ξετυλίγει το κουβάρι με γρήγορο ρυθμό προς την αρχή, το βράδυ της εξομολόγησης. Έτσι παρακολουθούμε τα συναισθήματα όχι στο σταδιακό ξέφτισμα αλλά στο δυνάμωμά τους, καθώς βαδίζουμε στην ώρα της γέννησης.   Όμως τον συγγραφέα δεν τον ενδιαφέρει μόνο το ζευγάρι των εραστών, ούτε η σύγκρουση των δυο συζύγων ή ο πόνος του άνδρα που μαθαίνει ότι η γυναίκα του έχει ερωτικό δεσμό με ένα άλλο άνδρα. Τον ενδιαφέρει –ίσως πολύ περισσότερο- το άλλο ζευγάρι, οι δύο άνδρες, ο τρόπος που η γνώση της σχέσης επιδρά πάνω στη δική τους φιλία και επιχειρηματική συνεργασία, η υπόγεια οργή, η σύγκρουση, ο σκληρός μολονότι λεκτικά ραφιναρισμένος αγώνας εξουσίας μεταξύ τους: τι κερδίζει και τι χάνει ο καθένας τους.

     Ο Νίκος Διαμαντής είχε παρουσιάσει πριν από 6 πάνω κάτω χρόνια το έργο σε μια ευαίσθητη και προσεγμένη δουλειά που ενέπλεκε δημιουργικά στον θεατή με την παράσταση. Φέτος αποφάσισε να ανεβάσει ξανά την Προδοσία και ορθώς έπραξε. Σε μια περίοδο ως αυτή που ζούμε, η οικονομική δυσπραγία, η ανασφάλεια, η ανεργία, η αβεβαιότητα, ο θυμός και η θλίψη δεν έχουν μόνο την αυτονόητη πολιτική και οικονομική διάσταση. Επιδρούν πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις, αποχυμώνουν τα μεγάλα συναισθήματα, διαλύουν δεσμούς. Οι στατιστικές δείχνουν αυξανόμενους χωρισμούς, διαζύγια, μοναξιά και κατάθλιψη. Δεν είναι λοιπόν παράξενο, αντιθέτως πολύ χρήσιμο, που ένας σκηνοθέτης με μακρά θητεία στην έρευνα των σχέσεων του ζεύγους και στη μελέτη των γυναικείων μορφών επιστρέφει σε ένα τόσο σημαντικό έργο. Η παράσταση ξαναδουλεύτηκε, βάθυνε η ματιά, αναδύθηκαν νέες πτυχές των σχέσεων, οι ερμηνείες είναι πιο ώριμες: η Ιωάννα Μακρή, ο Γεράσιμος Δεστούνης και ο Αυγουστίνος Ρεμούνδος αποκαλύπτουν το εύρος των σχέσεων του τρίο μέχρι τις πιο σκοτεινές γωνιές του. Οι θεατές τους παρακολουθούν σε απόσταση αναπνοής, συμμετέχοντας στις αποκαλύψεις τους και στις εντάσεις τους, στα όσα λένε και στα όσα κρύβουν. Βρίσκονται τόσο κοντά στα δρώμενα που ώρες-ώρες δημιουργείται η εντύπωση ότι μπορείς να ακούσεις τον χτύπο της καρδιάς τους.

     Επί τη ευκαιρία του νέου αυτού ανεβάσματος, ο Θεατής συνάντησε τον Νίκο Διαμαντή και είχε μαζί του μια σύντομη αλλά ως συνήθως ενδιαφέρουσα συζήτηση.

Κε. Διαμαντή, τι σας κάνει να επιστρέψετε στην Προδοσία του Πίντερ, μετά από 6 χρόνια;

Νίκος Διαμαντής (Ν.Δ.): Πρώτα-πρώτα ο ίδιος ο Πίντερ, ένας συγγραφέας με τον οποίο έχω ασχοληθεί πολύ και συνεχίζει να με απασχολεί. Η Προδοσία είναι μεγάλο κείμενο, γιατί μιλάει για το άρρητο στις ανθρώπινες σχέσεις. Συνυπάρχει αυτό που λέγεται με αυτό που δεν θέλουμε να πούμε, που μένει στη σκιά. Είναι ένα έργο που μοιάζει με τους πίνακες της τεχνικής του chiaroscuro. Αναδεικνύει το σκάκι που παίζεται ανάμεσα στον εαυτό μας και τους γύρω μας, τα αγαπημένα μας πρόσωπα, τις επιλογές μας. Το ξαναδούλεψα, λοιπόν, με προσοχή –στα σπουδαία έργα πάντα ανακαλύπτεις νέα και σημαντικά πράγματα- είδα ξανά τα πρόσωπα. Μαζί με τους ηθοποιούς βαθύναμε τις σχέσεις. Χωρίς να αλλάξουμε ουσιαστικά την παράσταση, δουλέψαμε περισσότερο την αντίθεση τι λέγεται και τι δεν λέγεται.

-Ένα έργο σχέσεων σε μια εποχή που τα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα απορροφούν όλο μας το ενδιαφέρον. Παρατηρώ μάλιστα πως πολλές σκηνές ανεβάζουν φέτος έργα του κλασικού ή μοντέρνου ρεπερτορίου με παρόμοια θεματική…

Ν.Δ. Πιστεύω βαθιά πως όλο το καλό θέατρο είναι πολιτικό. Το βαθύ ψάξιμο των ανθρώπινων σχέσεων είναι πολιτική. Ο έρωτας, η φιλία, οι ανταγωνισμοί όλα έχουν μια πολιτική διάσταση. Άλλωστε, στην εποχή μας ακριβώς με όλα τα προβλήματα που αναφέρατε πριν και δεκάδες άλλα, βλέπουμε παράλληλα με τις δυσκολίες των σχέσεων, να αναπτύσσονται δεσμοί αλληλεγγύης, νέες ποιότητες σχέσεων, να τίθενται αιτήματα ουσιαστικής αγάπης και φιλίας. Νιώθω πως επανεφευρίσκουμε που παλιότερα ίσχυαν, ήταν σημαντικά, αλλά τα είχαμε αφήσει πίσω μας. Το θέατρο δημιουργεί ποιότητες, μας κάνει καλύτερους και ενεργότερους πολίτες, με φαντασία και φωνή. Όπως έχω πει κι άλλες φορές, εμάς στο «Σημείο» μας ενδιαφέρουνε οι άνθρωποι που έπεσαν, γρατζουνίστηκαν, που αντιμετώπισαν ένα σύστημα και αντιτέθηκαν στην ισοπέδωση. Τέτοιο θέατρο μας ενδιαφέρει., που αρθρώνει λόγο, έχει φωνή, φέρνει καινούρια πράγματα, και από αυτή τη βασική αρχή πηγάζουν οι επιλογές μας, γιατί υπάρχει μια γραμμή συνέχειας από τον Πίντερ, στην Κέην, στον Κολτές, στον Χάντκε αλλά και τους Έλληνες συγγραφείς που ανεβάσαμε, τον Μάτεση, τον Χρυσούλη κ.ά.

– Φαντάζομαι πως το ίδιο σκεπτικό σας οδηγεί να ανεβάσετε αμέσως μετά το γνωστό έργο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν Μέσα από το σπασμένο καθρέφτη, θεατρική διασκευή της ομότιτλης ταινίας του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη.

Ν.Δ. Το έργο θα ανέβει τον Μάρτιο. Είναι μια αναζήτηση των δραματικών πτυχώσεων των σχέσεων, η ανάδυση της μοναξιάς και της σκληρότητας των ανθρώπων. Είναι ένα δύσκολο και πολύ σύγχρονο έργο που παίζει με το εξωτερικό και το εσωτερικό, αγγίζει με ειλικρίνεια το θρυμμάτισμα, το ανολοκλήρωτο και κάποτε το άρρωστο των οικογενειακών σχέσεων, όλη την δυσλειτουργία τους.

 -Παρατηρείτε αλλαγές στις αντιδράσεις του κοινού τα δύο τελευταία χρόνια, δηλαδή τα χρόνια που ξεδιπλώνετε πλέον η κρίση;

Ν.Δ. Βεβαίως. Οι θεατές είναι πιο επιλεκτικοί και πιο απαιτητικοί, δεν θέλουν να ξεχαστούν στο θέατρο, απομακρύνονται από ό,τι βλέπουν ότι προσπαθεί να τους ξεγελάσει, ζητούν αλήθειες και ειλικρίνεια. Απαιτούν εσωτερική ποιότητα, βάθος… Συνομιλούν με αυτό που παρακολουθούν, συμμετέχουν. Εμείς εδώ στο «Σημείο» νιώθουμε ότι μοιράζονται πράγματα μαζί μας.

 -Ο πολιτισμός είναι το πρώτο θύμα των περικοπών, αφού, μολονότι χαρακτηρίζεται επισήμως ως «η βαριά βιομηχανία της χώρας», αντιμετωπίζεται ως πολυτέλεια. Τι γίνεται με το θέατρο;

Ν.Δ. Οι περικοπές είναι πράγματι τεράστιες. Υπήρχε ήδη πρόβλημα με τις καθυστερήσεις στην εκταμίευση των επιχορηγήσεων, τώρα προφανώς δεν θα δοθούν καν. Ένας θίασος ρεπερτορίου, για να κρατήσει την ποιότητά του, το πλατύ ρεπερτόριο, την ερευνητική διάθεση, χρειάζεται τουλάχιστον 50.000 ευρώ το χρόνο. Δεν χρειάζεται να το σχολιάσω παραπάνω. Τέτοια ποσά δεν δίνονταν ούτε προ κρίσης. Αναγκαζόμαστε να κάνουμε περικοπές για να διατηρήσουμε την ποιότητα της δουλειάς μας και τις επιλογές των έργων που ανεβάζουμε: λιγότερα έργα, όχι πολυπρόσωπες ακριβές παραγωγές. Απαξιωτική είναι η στάση προς τις νέες ομάδες. Ωστόσο, πρέπει να πω ότι υπάρχουν τρόποι να βοηθηθεί το θέατρο και έξω από τις επιχορηγήσεις. Έχουμε κατά καιρούς προτείνει πολλά. Για παράδειγμα, υπάρχουν τόσα παλιά, καταρρέοντα κτίρια στο κέντρο της Αθήνας. Θα μπορούσε το Υπουργείο να τα δώσει σε νέες ομάδες. Έτσι και τα κτίρια θα σώζονταν και κύτταρα πολιτισμού μέσα σε υποβαθμισμένες γειτονιές θα γεννιόνταν και θα μειώνονταν τα λειτουργικά έξοδα –ενοίκια κτλ- όπου ξοδεύονται τεράστια ποσά. Σε θιάσους με ιστορία στο χώρο του θεάτρου και αφού ελεγχθεί η προσφορά τους θα μπορούσαν επίσης να δοθούν χώροι, να δημιουργηθούν δίκτυα άρτιων αρχιτεκτονικά θεατρικών χώρων που θα στέγαζαν πολλές δουλειές. Αλλά και οι δήμοι μπορούν να παίξουν ένα σπουδαίο ρόλο: αντί να οργανώνουν ανούσια φεστιβάλ, χαρούμενες γιορτούλες που ξεχνιούνται την επόμενη μέρα, θα έπρεπε να επενδύουν σε έργα υποδομής.

ΕΠΟΧΗ, 24.12.2011

Advertisements