Ο Σωκράτης δεν άφησε πίσω του γραπτά κείμενα. Ό,τι  ξέρουμε γι’ αυτόν προέρχεται από έμμεσες μαρτυρίες, των μαθητών του, των φιλοσοφικών αντιπάλων του, των εχθρών του. Ποιος είναι ο πραγματικός Σωκράτης, όμως, μάλλον το αγνοούμε. Ο Σωκράτης του Πλάτωνα, ο Σωκράτης του Ξενοφώντα –ίσως πιο αληθινός αυτός- ο Σωκράτης των αριστοφανικών Νεφελών… Κι αν βρισκόταν ξαφνικά μια πηγή, αξιόπιστη και αδιαμφισβήτητη που αποδείκνυε με αδιάσειστα πειστήρια ότι ο Σωκράτης δεν υπήρξεποτέ; Ότι κάποιος κατοπινός μελετητής, του Πλάτωνα ίσως, έκανε ένα αστείο δίνοντας υλική υπόσταση και βιογραφία σε ένα φανταστικό πρόσωπο, τον porte-parole του φιλοσόφου στους διαλόγους του;  Ένα φανταστικό ήρωα δηλαδή; Αν, λέμε, ήταν τόσο καπάτσος, έξυπνος, ικανός μιμητής του ύφους των Αττικών συγγραφέων καιέβαλε μέσα στο έργο του Ξενοφώντα, κατ’ αναλογία με την Απολογία Σωκράτους του Πλάτωνα, μια απολογία κι αν έφτιαξε το παραμύθι πως ο Αριστοφάνης δεν έχει ήρωα ένα φανταστικό φιλόσοφο στις  Νεφέλες κι αν…  Αστειεύομαι. Ευτυχώς, όσο κι αν η ιστορία ξέφυγε από τα θετικιστικής εμπνεύσεως ερευνητικά μοντέλα που την ταλάνιζαν μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20 αι. έχουμε ακόμα τρόπους να διασταυρώνουμε πηγές και μαρτυρίες για να βεβαιώνουμε τουλάχιστον τόσo «χτυπητά» ζητήματα. Ωστόσο, οι νεότερες τεχνολογίες μάλλον μας βάζουν πάλι μπροστά σε νέες υποψίες και μεγάλους φόβους για τις δυνατότητες χάλκευσης της ιστορίας, δημιουργίας γεγονότων και προσώπων. Θυμόμαστε την σχετικά πρόσφατη  διαφήμιση γνωστής μάρκας βότκας, που ξαφνικά δίπλα στον Στάλιν, αν δεν με απατά η μνήμη μου και με συγχωρεί το ΚΚΕ για την βλάσφημη αναφορά, εμφανιζόταν μια υπέροχη γυναίκα ντυμένη στα κόκκινα. Πάει και η αντικειμενικότητα της φωτογραφίας. Όταν τότε το συζήτησα με ένα φίλο φανατικό της πληροφορικής και εξαιρετικό χρήστη υπολογιστών, μου είπε γελώντας με τον τεχνολογικό αναλφαβητισμό μου «Πες μου δίπλα σε ποιον πολιτικό θέλεις να σε βάλω και αύριο θα έχεις το φιλμάκι σου».

Πώς δει την ιστορίαν συγγράφειν;

Την δυνατότητα παραχάραξης της ιστορίας  έχει ως θέμα το έργο του Λένου Χρηστίδη Δυο θεοί (βραβείο Κουν ελληνικού έργου 1999) που παίζεται στο θ. Studio Χατζημιχάλη για δεύτερη χρονιά, σκηνοθετημένο από τον Φώτη Μακρή. Σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον, δυο έγκλειστοι για απεξάρτηση από την μανία των υπολογιστών, μαθαίνουν ότι έρχεται το τέλος του κόσμου. Όχι από κάποια φυσική αιτία. Στα πλαίσια μιας χιουμοριστικής ανάγνωσης του οργουελικού 1984, ο κόσμος έχει χωριστεί σε δυο στρατόπεδα, της Ευρασίας και της Αμερικής, και ένας πύραυλος απειλεί να τον καταστρέψει. Οι δυο φίλοι αποφασίζουν να διασώσουν την ιστορία του κόσμου σε ένα τσιπάκι για τον ιστορικό του μέλλοντος. Με μια … ηροδότεια αντίληψη της ιστορίας, αρχίζουν να επιδίδονται στην διάσωση πληροφοριών που αφορούν «γεγονότα μεγάλα τε και θωμαστά» και ιστορικές προσωπικότητες που σημάδεψαν τους πολιτισμούς των ανθρώπων. Μόνο που ξαφνικά, τρόφιμοι και προσωπικό του νοσοκομείου αρχίζουν να ζητούν αυτό που θα ‘θελε περίπου κάθε άνθρωπος: να μείνουν στην ιστορία. Η περιπόθητη αλλά ακατάδεκτη αθανασία. Έτσι, οι δυο φίλοι, σαν δυο θεοί –αυτοί έτσι θα αφήσουν το σημάδι τους στον κόσμο: δυο θεοί που, θυμίζοντας τα φληναφήματα του κάποτε πολύ Έριχ φον Ντένιγκεν, ήρθαν από μακριά και βοήθησαν τους ανθρώπους να γεννήσουν κάθε καλό (για το κακό ας είναι υπεύθυνοι οι ίδιοι)- σβήνουν όσα ξέραμε και στη θέση του Σωκράτη, μιας και σ’ αυτόν πρωταναφερθήκαμε, τοποθετούν τον φίλο τους, τον Μπάμπη τον Προγάστορα και σ’ αυτόν αποδίδει πλέον η ιστορία της φιλοσοφίας τον κόσμο των ιδεών και το «εν οίδα ότι ουδέν οίδα».

Έργο παιχνιδιάρικο, που αξιοποιεί νέα θέματα σχετικά ανέγγιχτα από την  ελληνική δραματουργία, όπως οι νέες τεχνολογίες και οι δυνατότητές τους, εξαντλείται ωστόσο γρήγορα στο αρχικό έξυπνο εύρημα και επαναλαμβάνεται. Στην προσπάθειά του να δώσει στο όλον αξιοπρεπή έκταση και διάρκεια, κουράζει. Τα πρόσωπα μένουν μετέωρα, ανάμεσα σε χαρακτήρες με δομή και ιδιαιτερότητες και φιγούρες κόμικς, κάτι που φαίνεται περισσότερο στα τρία περιφερειακά πρόσωπα –στοιχείο που εκμεταλλεύτηκε πολύ καλά και ευφάνταστα ο σκηνοθέτης στην παρουσίασή τους. Η μπεκετική πινελιά
των δυο βασικών ηρώων χρειαζόταν περισσότερο σμίλεμα.

Εδώ όμως έρχεται η μαεστρία του σκηνοθέτη. Ο Φώτης Μακρής εξελίσσεται σκηνοθετικά, γίνεται τολμηρότερος και ευρηματικότερος. Δεν τοποθετεί απλώς στη σκηνή το κείμενο. ερμηνεύει, παρεμβαίνει ουσιαστικά δίνοντας το κείμενο μέσα από συγκεκριμένη οπτική και θέση. Ό,τι σημαίνει δηλαδή το ρήμα «σκηνοθετώ». Αξιοποιώντας ιδιαίτερα το στοιχείο του εγκλεισμού των δυο ηρώων του Χρηστίδη, έκρυψε έως εξαφανίσεως τις εγγενείς αδυναμίες του έργο και έστησε μια παράσταση που θυμίζει ταξίδι σε διαστημόπλοιο. Ζωντανή, γρήγορη, εφηβική, ροκάρει ευχάριστα, παίζει με την επιστημονική φαντασία, το κλοουνίστικο, το κόμικς.

Φώτης Μακρής, Διονύσης Μανουσάκης, Γιώργος Νινιός

Με άνεση

Με υποκριτική άνεση και καλή χημεία μεταξύ τους, ο  σκηνοθέτης και ο Γιώργος Νινιός, ερμηνεύουν τους δυο ήρωες, ως δυο ενήλικα παιδάκια, που έγκλειστοι είκοσι χρόνια, χωρίς καμιά επαφή με τον έξω κόσμο, αρνούνται να μεγαλώσουν. Γι’ αυτούς όλα είναι ένα παιχνίδι.  Μόνο που ξέρουν ότι θα τελειώσει με το θάνατο αλλά και πάλι αυτό το αφήνουν πίσω και παραδίνονται με πάθος και κέφι στο παιχνίδι της κατασκευής της ιστορίας (τους) του κόσμου. Ο Διονύσης Μανουσάκης ζωντανεύει χορταστικά τρία περιφερειακά πρόσωπα: γίνεται η υστερική κ Σίγμα, ένα αξιαγάπητο εξελιγμένο  ανδροειδές.  ο έγκλειστος Τζο, μια φιγούρα κατ’ ευθείαν από τον κόσμο των κινουμένων σχεδίων, και ο διευθυντής του νοσοκομείου, ταλαιπωρημένος άρχων του κόσμου των εγκλείστων που δέχεται στωικά τη μοίρα να μείνει στην ιστορία ως μια απλή υποσημείωση. Έμπειρος σκηνογράφος ο Γιώργος Ζιάκας, λειτούργησε στα όρια του μινιμαλισμού. Πολύ καλή η δουλειά του Στέφανου Κοπανάκη στα βίντεο και τα εφέ, θα μπορούσε να παίξει περισσότερο με τους φωτισμούς, αφού το συνολικό πλαίσιο του το επέτρεπε. Λειτουργικές οι μουσικές παρεμβάσεις του Νίκου Βίττη.

Η παράσταση αυτή ξαναπιάνει το νήμα παλιότερων επιλογών  του Μακρή και των συνεργατών του – αναφέρομαι ιδίως στην καλή ηθοποιό και κινησιολόγο Στέλα Κρούσκα. Τον φέρνει κοντά στον «Μακμπέτ» του Ιονέσκο, ας πούμε, και στις τότε σκηνοθετικές του επιλογές. Θεωρούμε ότι του πάνε ιδιαίτερα. Διαλέγοντας με προσοχή από το ελληνικό και διεθνές ρεπερτόριο, τολμώντας να προτείνει κείμενα άγνωστα ακόμη, στοχευμένα σε μια χιουμοριστική, σουρεαλιστική κατά κάποιο τρόπο κριτική της κοινωνίας, που εντάσσουν στον προβληματισμό τους σύγχρονα ζητήματα, έχει τη δυνατότητα να ξεδιπλώσει τις δυνάμεις του και να δηλώσει την παρέμβασή του βαδίζοντας τον δύσκολο δρόμο του χιούμορ και της σάτιρας.

ΕΠΟΧΗ, 23/10/2011

Advertisements