Πνεύμα   ο Θεός και τους προσκυνούντας αυτόν  εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν, λέει ο Ιησούς στη Σαμαρείτισσα (Ιω. 4, 24).  Ωστόσο, όσο βαθιά κι αν πάει κανείς πίσω στο χρόνο, όποια μορφή θρησκείας κι αν ερευνήσει, ένα είναι σίγουρο: οι άνθρωποι θέλουν  ένα ιερό τόπο όπου να λατρεύουν το θεό ή τους θεούς τους.  ένα τέμενος, λέξη που προέρχεται από το ρήμα «τέμνω» και σημαίνει τμήμα αποκομμένο από τον γύρω χώρο, οριοθετημένο και ιερό, κατοικία του θείου, ένα ναό ή βωμό, μια υλική αναφορά, ένα σημείο καθαρμού και συνάντησης με το θείο αλλά και, συνήθως, με τους άλλους που μαζί τους μοιράζονται την κοινή τους πίστη.

Είναι θεμιτή, λοιπόν, η ανέγερση μουσουλμανικού τεμένους στην Αθήνα; Και το ερώτημα ακόμη μοιάζει χωρίς νόημα, με βάση το άρθρο 13 παρ. 2 του Συντάγματος:  Kάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. O προσηλυτισμός απαγορεύεται.

Πολύ καθαρός ο νομοθέτης, μέσα στα πλαίσια της δημοκρατικής ευαισθησίας σε θέματα ελευθερίας της συνείδησης και ανεξιθρησκίας. Στοιχειώδους δημοκρατικής ευαισθησίας μάλιστα, θα λέγαμε. Γιατί λοιπόν τόση συζήτηση; Ένας λογικάσκεπτόμενος πολίτης θα έλεγε πως απλώς πρέπει να βρεθεί ένας χώρος που να κανοποιεί τόσο τις αρχιτεκτονικές ανάγκες του τεμένους όσο και να μην δημιουργούνται προβλήματα στην απρόσκοπτη λειτουργία των θρησκευτικών εκδηλώσεων άλλων θρησκειών και να βρίσκεται σε περιοχή με μεγάλο αριθμό μουσουλμάνων κατοίκων, οπωσδήποτε  εύκολα προσβάσιμη με τα ΜΜΜ.

Το πράγμα ωστόσο δεν είναι τόσο απλό. Οι αρνητικές αντιδράσεις της ελληνικής κοινωνίας, από τη μισαλλόδοξη και δηλητηριώδη ακροδεξιά μέχρι τις επιφυλάξεις κάποιων σκεπτικιστών δεν είναι δύσκολο να εξηγηθούν (αλλά όχι και να δικαιολογηθούν).

Ανιχνεύονται δυο κατηγορίες αιτίων. Από τη μια, το ιστορικό παρελθόν με την τουρκική κατάκτηση (όπως εγκαθιδρύεται στο εθνικό συλλογικό ασυνείδητο μέσα από τα ιδεολογήματα της σχολικής ιστορίας), η συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας με κύριο άξονα την ορθοδοξία και η μακρόχρονη μονοκρατορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που έδωσε την εντύπωση στο μέσο Έλληνα (με  όλες τις παγίδες που κρύβει αυτή η αφαίρεση) ότι η Ελλάδα είναι σχεδόν συμπαγώς χριστιανική ορθόδοξη και πως άλλες θρησκείες ή δόγματα περίπου δεν υπάρχουν. Από την άλλη, η αθρόα είσοδος μεταναστών από μουσουλμανικές χώρες την τελευταία τουλάχιστον εικοσαετία έφερε την ελληνική κοινωνία αντιμέτωπη με ζητήματα που ούτε φανταζόταν κάποια χρόνια πριν. Η επαφή με τους μουσουλμάνους συμπολίτες ξύπνησε συλλογικούς φόβους. Η ξενοφοβία, που με την οικονομική κρίση γίνεται ρατσισμός, και υποθάλπεται από πολιτικούς χώρους που βρήκαν την ευκαιρία να κερδίσουν ακροατήριο εκμεταλλευόμενοι το φόβο του διαφορετικού, του άλλου, και την απελπισία ενός οικονομικού και κοινωνικού μέλλοντος που προβλέπεται ζοφερό, μεγαλώνει.  Η ανυπαρξία μιας  πολιτικής που θα έδινε λύσεις στην υπερσυγκέντρωση φτωχών, άνεργων ξένων στο κέντρο της Αθήνας αλλά και θα εξαφάνιζε τις μαφίες που δρουν ανενόχλητα  εναντίον Ελλήνων και ξένων δημιούργησε προβλήματα που πολλοί δεν τα προσγράφουν στο κράτος αλλά στον ξένο και ειδικά στον σκουρόχρωμο μουσουλμάνο (εδώ υπήρξε καταλυτικός ο ρόλος των ΜΜΕ και ειδικά της τηλεόρασης). Η ισλαμοφοβία της Ευρώπης και της Αμερικής, η ταύτιση του μουσουλμάνου με ένα δυνάμει τρομοκράτη, βομβιστή, μέσα από τα ΜΜΕ κυρίως,
συνέβαλε πολύ στην όξυνση του κλίματος. Οι πληροφορίες για τη βία εναντίον των γυναικών και για τις ακραίες φονταμενταλιστικές εκδηλώσεις που  στρέφονται εναντίον άλλων θρησκειών και γενικά  προσβολές ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε μουσουλμανικές χώρες -που συμβαίνουν πράγματι και οφείλουμε όχι απλώς να καταδικάζουμε φραστικά αλλά και να αγωνιζόμαστε με κάθε  θεμιτό τρόπο για να σταματήσουν- έτσι όπως παρουσιάζονται (συνήθως τα ΜΜΕ τις θυμούνται κάθε φορά που η Δύση έχει πρόβλημα με μια χώρα αλλά ξεχνούν την ύπαρξή τους, όταν αποκατασταθούν σχέσεις και συμφέροντα) επιτείνουν το πρόβλημα. Η σύγκρουση των πολιτισμών δίνει άλλοθι και σκεπάζει τον πόλεμο των τάξεων.

Είναι σημαντικό να πειστεί ο μέσος Έλληνας για την αναγκαιότητα της θρησκευτικής ελευθερίας. Γι’ αυτό χρειάζονται ψύχραιμες αναλύσεις και υπομονή. Μομφές, χαρακτηρισμοί, υψηλοί τόνοι απευθυνόμενοι σε όσους αντιδρούν στην ανέγερση είναι η άλλη όψη του νομίσματος, που μόλις περιγράψαμε, και
συμβάλλει στο απαράδεκτο φαινόμενο τόσες χιλιάδες μουσουλμάνοι που κατοικούν σ’ αυτόν τον τόπο αλλά και ένας μεγάλος αριθμός τουριστών από μουσουλμανικές χώρες να μην έχουν το δικό τους χώρο λατρείας.

Η ελεύθερη διακίνηση ιδεών δεν είναι μόνο ανθρώπινο δικαίωμα αλλά και μια έξυπνη κίνηση κοινωνιών που δεν ζουν μέσα στο φόβο, έχουν μάθει να συζητούν, που θεωρούν τον πλουραλισμό των απόψεων ζωτικής σημασίας. Έτσι, όχι μόνο δεν υποθάλπονται φονταμενταλισμοί και ακρότητες, όπως υποστηρίζουν κάποιοι,  αλλά, αντιθέτως, αποδυναμώνονται οι εστίες τέτοιων ιδεών, αφού προσευχή,  ερμηνεία του Κορανίου και ό,τι άλλοπεριλαμβάνει η μουσουλμανική λατρεία γίνονται υπό το φως του ηλίου και όχι εν κρυπτώ και παραβύστω.  Όπως άλλωστε πρέπει να τελείται η λατρεία οποιασδήποτε θρησκείας. Μόνο έτσι μπορεί να λειτουργήσει και η παρ.3 του άρθρου 13 του Συντάγματος: Oι  λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας.

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν δεκάδες άτυποι μουσουλμανικοί  λατρευτικοί χώροι σε διάφορες γειτονιές της Αθήνας, που στεγάζονται στα υπόγεια πολυκατοικιών, φυσικό επακόλουθο της έλλειψης κεντρικού οργανωμένου και στελεχωμένου  με επίσημους θρησκευτικούς λειτουργούς τεμένους. Τον τελευταίο καιρό έχουν γίνει επιθέσεις σε κάποιους από αυτούς (θυμίζουμε ενδεικτικά στην αρχή του καλοκαιριού τους δύο  εμπρησμούς στην Καλλιθέα) που βάζουν σε κίνδυνο τόσο τους μουσουλμάνους συμπολίτες μας όσο και τους κατοίκους του κτιρίου που στεγάζει το άτυπο τζαμί. Έτσι έρχονται, θέλοντας και μη, σε αντιπαράθεση ομάδες του πληθυσμού, δημιουργούνται αναιτίως εντάσεις στις γειτονιές,  ο φόβος σκεπάζει τις σχέσεις καλής γειτονίας, διαρρηγνύεται ο ήδη ευαίσθητος λόγω κρίσης κοινωνικός ιστός μιας περιοχής.

Ένα επιχείρημα που ακούγεται συχνά εναντίον της ανέγερσης τζαμιού στην Αθήνα έχει να κάνει με την έλλειψη ανεκτικότητας, την εχθρική κάποτε στάση μερικών μουσουλμανικών κρατών απέναντι σε άλλες θρησκείες. Δεν αμφισβητεί κανείς την αλήθεια του πράγματος. Ωστόσο αυτή είναι η λογική της ανταποδοτικής δικαιοσύνης και μάλιστα σε μια απλουστευμένη γενικευτική μορφή. Και στο Γκουαντάναμο βασάνιζαν τους κρατουμένους, αυτό δεν δίνει άλλοθι για να χρησιμοποιούνται τα βασανιστήρια ως ανακριτική μέθοδος γενικά. Το αντίθετο, αποτελεί αίτιο αγώνωνεναντίον των πάσης φύσεως βασανιστηρίων. Η ανέγερση τζαμιού και η ελεύθερη εξάσκηση των λατρευτικών καθηκόντων των μουσουλμάνων είναι το καλύτερο επιχείρημα εναντίον της μισαλλοδοξίας των ολοκληρωτικών θεοκρατικών καθεστώτων.

Είναι αλήθεια πως οι πυλώνες της σύγχρονης Ευρώπης είναι ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός και ο χριστιανισμός. Όμως το Ισλάμ δεν είναι ξένο στην ευρωπαϊκή ιστορία: να θυμηθούμε την παρουσία του στην Ισπανία, στα Βαλκάνια ακόμα και το γεγονός ότι μέρος της αρχαίας ελληνικής επιστημονικής και λογοτεχνικής παράδοσης προέρχεται από Άραβες λογίους. Κάποτε στον τόπο μας τα τζαμιά και οι εκκλησίες συνυπήρχαν σε αρμονική συλλειτουργία ή έστω χωρίς να ενοχλούν το ένα την άλλη (παρά σε περιόδους εντάσεων, όταν στο θρησκευτικό επικεντρώνονταν αλυτρωτισμοί,διεκδικήσεις, εθνικιστικές κορώνες και από τις δύο πλευρές).

Η ανέγερση τζαμιού στην Αθήνα είναι μια αναγκαιότητα. Η πολυπολιτισμικότητα και η δημοκρατία πάλι δεν είναι δεδομέναείναι ένα δύσκολο στοίχημα που η ελληνική κοινωνία καλείται να κερδίσει σε πολύ δύσκολους καιρούς. Ένα είναι βέβαιο, πως σ’  αυτό θα παίξει ρόλο η ορθή, ψύχραιμη και επιχειρηματολογημένη πληροφόρηση. Αλλά από πού;

ΕΠΟΧΗ, 11/9/2011

Advertisements